Στο νέο θεατρικό νέο έργο του Κώστα Κέλερη με τίτλο «Τα ονόματα των πνιγμένων», όπως αυτό ανέβηκε την περασμένη εβδομάδα στο θέατρο «Παρασκήνιο», ερχόμαστε σε επαφή με μια ιστορία σύγχρονη, ταυτόχρονα όμως διαχρονική. Αυτή η διττή χρονικότητα είναι και ένα από τα βασικά θέματα του έργου. Ο χρόνος στις απομακρυσμένες κοινότητες που ανεξάρτητα από τις γύρω αλλαγές αυτός παραμένει ίδιος. Και μαζί το αμετάβλητο των πιο βαθιών ανθρώπινων συναισθημάτων.
Σε μια νησιωτική κωμόπολη μια νέα νοσοκόμα, η Μέλπω, έρχεται να γνωρίσει τη Μαρία, τη γηραιά κυρία που θα προσέχει. Η Μαρία είναι αναστατωμένη γιατί ο γιος της, ο Αλέξανδρος, έχει βγει στη θάλασσα με τη βάρκα του αδερφού του για να βοηθήσει τους μετανάστες που προσπαθούν να περάσουν από τα γειτονικά παράλια. Η Μαρία μιλά για τον Αλέξανδρο, το παρουσιαστικό του, τα μακριά του ξανθά μαλλιά και τη στολή του σχεδόν σαν να τον ονειρεύεται. Οταν η Μαρία κοιμηθεί, η Κατερίνα (κόρη της Μαρίας) θα αποκαλύψει στη νεαρή νοσοκόμα πως ο Αλέξανδρος έχει πνιγεί εδώ και δύο χρόνια σε ένα ναυάγιο στη Βόρεια Θάλασσα. Αυτός που ονομάζει Αλέξανδρο είναι ο Γιάμεν, ένας Σύρος μετανάστης τον οποίο το κύμα έβγαλε στη θάλασσα πριν από μερικούς μήνες. Η Μαρία τον αντιμετωπίζει από την ώρα εκείνη σαν να είναι ο ίδιος της ο γιος ο οποίος σώθηκε.
Ο μικρός της γιος ο Κώστας γίνεται έξαλλος (στην παράσταση υπονοείται πως έχει ρατσιστικές αντιλήψεις), ενώ η ίδια η Κατερίνα, αν και την πικραίνει η κατάσταση, φαίνεται να την αποδέχεται αφού αυτή λειτουργεί ευεργετικά για τη μάνα της. Η φαινομενική ηρεμία στη σκηνή θα διαταραχθεί μόλις μπει ο Κώστας κρατώντας ένα πακέτο. Καταλαβαίνουμε πως στο πακέτο υπάρχουν αποδείξεις για τον πνιγμό του Αλέξανδρου (ένα κομμάτι από τη στολή με τον αριθμό του), αποδείξεις που θα κάνουν τη Μαρία να συνέλθει και να αναγνωρίσει την πραγματικότητα με στόχο να διώξει τον μετανάστη που περιθάλπει. Η Κατερίνα θα συγκρουστεί μαζί του αποτρέποντάς τον από την αποκάλυψη ενώ ο ίδιος θα επιμείνει. Οταν τελικά εμφανιστεί η Μαρία, ο Κώστας δεν θα βρει την ευκαιρία να της πει την αλήθεια αφού μια νέα συνθήκη ξεσπά.
Οπως αποκαλύπτεται από τη συζήτηση, η βάρκα με την οποία έχει ανοιχτεί ο Γιάμεν/Αλέξανδρος βρισκόταν σε κακή κατάσταση και έπρεπε να επισκευαστεί άμεσα. Τόσο το γεγονός πως δεν επισκευάστηκε όσο και το γεγονός πως τα κλειδιά ήταν παρατημένα έτσι ώστε να τα πάρει ο Γιάμεν κάνουν την Κατερίνα να κατηγορήσει ευθέως τον Κώστα πως το έκανε επίτηδες με στόχο να ξεφορτωθεί τον Γιάμεν (εδώ υπάρχουν αρκετές λεπτομέρειες που δεν έχουμε χώρο να αναπτύξουμε). Η σύγκρουση αυτή δεν θα ολοκληρωθεί (δεν θα μάθουμε ούτε αν ο Κώστας ήταν πράγματι ένοχος) αφού τα νέα που θα φτάσουν στο σπίτι θα τους διακόψουν. Η βάρκα τσακίστηκε στα βράχια λίγο έξω από το λιμάνι, ο Γιάμεν πνίγηκε.
Η Μαρία ξεκινά έναν θρήνο αληθινό για το παιδί που έχασε και μέσα σε αυτόν παρασύρεται και η Κατερίνα. Ο Κώστας παρά τα όσα σκέφτεται φαίνεται να μην μπορεί ή να μη θέλει να τον σταματήσει. Οταν οι άντρες της πόλης φέρουν το σώμα στο σπίτι, αυτό θα είναι το βρεγμένο σώμα ενός νέου άντρα με μακριά μαλλιά και στολή. Η σιωπή και ο θρήνος κόβονται μόνο από την πιο βαθιά απορία και από το ερώτημα: Ποιος είναι πραγματικά ο πνιγμένος; Στο οποίο η Μαρία με τα τελευταία λόγια του έργου θα απαντήσει: «Οι νεκροί έχουν όλοι το ίδιο όνομα γι’ αυτό είναι και μονιασμένοι».
Το έργο, αποφεύγοντας τους μελοδραματισμούς διαχειρίζεται τα θέματα του θρήνου, του ζωτικού ψέματος και της παρηγοριάς. Με στοιχεία από τους «Καβαλάρηδες στη θάλασσα» του Σινγκ αλλά και τα έργα του Αλμπι καταφέρνει να έχει βασικό του προτέρημα τον τρόπο εξέλιξης της πλοκής του μέσα από την ενότητα χώρου, χρόνου και δράσης. Αναζητώντας πέρα από τις κυριολεξίες τα πραγματικά ονόματα των πραγμάτων, αυτά που μας κάνουν ανθρώπους ακόμα και αν δεν είναι αληθινά.
Τα ονόματα των πνιγμένων είναι τα δικά μας ονόματα, τα ονόματα των ενδεχομένων μας, το όνομα μιας κοινής ανθρώπινης μοίρας που μας δένει σε μια κοινή εμπειρία με όχθες της το άγνωστο.
*Το έργο, ο συγγραφέας του και το θέατρο στο οποίο παραστάθηκε είναι προϊόντα φαντασίας.
