Θουκυδίδης: Άνδρες πόλις και ού τείχη, ουδέ νήες ανδρών κεναί. Οι άντρες και όχι τα τείχη ή τα άδεια πλοία είναι η δύναμη της πόλεως.
Ο Μενέλαος πρώτος κατάλαβε, μέσα στον χαλασμό του πολέμου, ότι ο Πάτροκλος είναι νεκρός. Διασχίζει πάνοπλος την παράταξη των ανδρών και πάει δίπλα στον νεκρό. Είχε μπροστά του την ολοστρόγγυλη ασπίδα του και στο χέρι το φονικό κοντάρι του. Ήταν εξοργισμένος με το χαμό του Πάτροκλου και όποιος εχθρός παρουσιαζόταν μπροστά του θα τον άφηνε στον τόπο.
Ο γιος του Πάνθου στάθηκε δίπλα στον ξανθό Μενέλαο και του είπε:
«Ατρείδη φύγε απ` εδώ, τον Πάτροκλο τον μέγα πρώτος εγώ τον κτύπησα με χάλκινο κοντάρι. Τη δόξα μου αυτή εγώ σκοπεύω να κρατήσω και φύγε αμέσως απ` εδώ μην τη ζωή σου πάρω».
Ο Μενέλαος απάντησε περίσσια θυμωμένος:
«Οι καυχησιές στον άνθρωπο πάντα κακό του κάνουν. Δεν είσαι λεοπάρδαλη, λιοντάρι ούτε κάπρος να ξεχειλίζεις δύναμη και ζωική μανία.
Ο αδελφός σου ο τρανός, σπουδαίος Υπερήνωρ δεν χάρηκε τη νιότη του και την παλληκαριά του. Κι εκείνος με αψήφησε και στάθηκε μπροστά μου, όπως το κάνεις και εσύ αυτήν εδώ την ώρα. Θυμάσαι πως δε γύρισε στο σπίτι του ποτέ του. Τον έχασε η γυναίκα του κι οι σεβαστοί γονείς του.
Φύγε αμέσως απ` εδώ να μη σε πάρει ο Χάρος.
Εκείνος δεν τον άκουσε κι απάντηση του δίνει:
«Τον σκοτωμό του αδελφού τώρα θα ξεπληρώσω και θα σε στείλω πάραυτα στου Άδη τα παλάτια. Μεγάλο πένθος έφερες στην οικογένεια μου, πόνο βαρύ, αβάσταχτο μα τώρα θα πληρώσεις. Τον πόνο θα μετρίαζα. αν τη ζωή σου πάρω και τα σπουδαία όπλα σου να δώσω στους γονείς μου, στη μάνα μου την Φρόντιδα, στον κύρη μου τον Πάνθο. Εμπρός λοιπόν Μενέλαε έλα να κτυπηθούμε. Τα χάλκινα κοντάρια μας θα δώσουνε τη λύση».
Αυτά είπε ο Εύφορβος, ο γιος του μέγα Πάνθου, κι αμέσως με το δόρυ του κτύπησε τον Ατρείδη μα το κοντάρι πέτυχε την άτρωτη ασπίδα. Του ακοντίου η αιχμή ζέβλωσε στην ασπίδα.
Αμέσως ανταπέδωσε ο δυνατός Ατρείδης με το κοντάρι του κι αυτός, τον Εύφορβο κτυπάει. Με μιας τη ζήση του `κοψε τρυπώντας τον λαιμό του και η αιχμή του δόρατος πέρασε πέρα ως πέρα. Πριν απ` το κτύπημα αυτό έκανε ικεσία στον Δία, ο Μενέλαος, να τον υποστηρίξει και να σκοτώσει τον εχθρό τον Εύφορβο Πανθίδη.
Ό γενναίος πολεμιστής έπεσε νεκρός βρόντηξαν τα όπλα του. Τα κατσαρά χρυσά – ασημένια μαλλιά του πλεγμένα όπως τα μαλλιά των Χαρίτων βάφτηκαν κόκκινα από το αίμα που ανάβλυζε από τον λαιμό του.
Όπως πανέμορφη ελιά με άνθη στολισμένη από ανέμου στρόβιλο φεύγει από το χώμα γιατί οι ρίζες δεν κρατούν τη δύναμη τ` αέρα και το δεντρί το καρπερό πέφτει νεκρό στο χώμα, έτσι ξαπλώθηκε στη γη ο Εύφορβος Πανθίδης.
Ο Μενέλαος αφαίρεσε τα όπλα και την ενδυμασία του νεκρού πολεμιστή και κανείς από τους Τρώες δεν τόλμησε να πλησιάσει γιατί ο ξανθός Μενέλαος έμοιαζε με αγριεμένο μεγάλο βουνίσιο λιοντάρι την ώρα που κατασπαράζει την πιο θρεμμένη, παχιά αγελάδα που άρπαξε από το κοπάδι της την ώρα που έβοσκε. Όπως δεν γνοιάζεται το λιοντάρι για τις φωνές των βοσκών και τα γαυγίσματα των σκυλιών που φυλάνε το κοπάδι, έτσι και ο Μενέλαος δεν νοιάζεται για τους Τρώες γύρω τριγύρω που φωνάζουν απειλώντας τον. Δεν τον άφησε όμως ο Απόλλων να πάρει τα όπλα και την πανοπλία του Εύφορβου. Ο θεός παρακίνησε τον Έκτορα να ορμίσει στον Μενέλαο. Πήρε τη μορφή του Μέντη βασιλιά των Κικόνων και είπε στον Έκτορα:
« Έκτορα λεοντόκαρδε σταμάτα πια, μην τρέχεις, τα άλογα τα φτερωτά να πιάσεις τ` Αχιλλέα. Κανείς θνητός δεν δύναται τον Ξάνθο και Βαλίο να κυβερνήσει εις τη γη. Μόνο ο Αχιλλέας που τον εγέννησε θεά, η όμορφη η Θέτις.
Έκτορα άφησε τ` άλογα τα άπιαστα και τρέξε στον Ατρείδη το βασιλιά Μενέλαο πριν λαφυραγωγήσει τα άρματα του Εύφορβου του μέγα πολεμάρχου».
Ξεκίνησε ο Έκτορας με το αστραφτερό του κράνος περνώντας τους προμάχους. Σαν φλόγα μοιάζει δυνατή, π` ανάβει στο καμίνι ο Ήφαιστος, που κυβερνά το πυρ τ` απάνω κόσμου.
Ο Μενέλαος άκουσε τις ιαχές του Έκτορα και είπε:
«Είμαι μόνος απέναντι στον Έκτορα και όλους τους Τρώες. Θα είναι όμως μεγάλη ντροπή ν` αφήσω τα λάφυρα που πήρα από τον νεκρό Εύφορβο κι ακόμη μεγαλύτερη ντροπή να παρατήσω το άψυχο σώμα του Πάτροκλου να το φάνε τα άγρια αρπαχτικά. Τι θα πουν οι Αργείοι. Και πως μπορώ να τα βάλω με τον θεό Απόλλωνα που στηρίζει και προστατεύει τον Έκτορα;
Ρ`, 100. Αν ήμουν με τον Αίαντα θα τα `βαζα με όλους και θα `παιρνα τα άρματα του Εύφορβου Πανθίδη και τον νεκρό τον Πάτροκλο θα παίρναμε μαζί μας για χάρη του ανίκητου του θείου Αχιλλέα».
Αυτά σκεφτόταν ο Μενέλαος αλλά την ίδια στιγμή ο Έκτορας και οι Τρώες πλησίαζαν επικίνδυνα. Υποχώρησε τρέχοντας προς το ελληνικό στρατόπεδο κοιτώντας κλεφτά πίσω του. Όταν έφτασε άρχισε να αναζητά τον Αίαντα τον Τελαμώνιο και τον είδε να ενθαρρύνει τους δικούς του γιατί ο Απόλλων τους είχε βάλει φόβο στην καρδιά. Έτρεξε ο Μενέλαος και μίλησε στον Αία:
«Αίαντα, ο Πάτροκλος, είναι νεκρός στο χώμα και οι εχθροί τον έγδυσαν και πήραν τ` άρματα του. Πρέπει να τον σηκώσουμε και πίσω να τον πάμε στον Αχιλλέα και αυτός γνωρίζει τι θα πράξει για να τιμήσει τον νεκρό».
Ο Αίας συγκλονίστηκε με το νέο του θανάτου του Πατρόκλου. Όρμησε με τον Μενέλαο προς τους Τρώες.
Ο Έκτορας έσερνε το γυμνό πτώμα του Πάτροκλου με το άρμα του. Παρέδωσε σε βοηθό του τα ρούχα και τα όπλα του νεκρού να τα πάει στην Τροία. Σκόπευε να του κόψει το κεφάλι και να πετάξει το ακέφαλο σώμα στα αγρίμια να το κατασπαράξουν.
Ο Αίας πλησίασε. Η ασπίδα του ήταν σαν τείχος και με αυτήν σκέπασε το πτώμα του Πάτροκλου. Στάθηκε μπροστά στον νεκρό όπως στέκει η λιονταρίνα μπροστά στα μικρά της για να τα προστατεύσει από άλλα άγρια ζώα.
Ο Έκτωρ ανέβηκε στο άρμα του και ο γενναίος νεαρός Γλαύκος , ο γιος του Ιππόλοχου του βασιλιά των Λυκίων, του είπε:
«Ντροπή για σένα Έκτορα που φόβο δείχνεις τώρα. Το όνομα σου το τρανό μάλλον δεν σου αξίζει. Φρόντισε για την πόλη σας, τα τείχη, τους αμάχους γιατί κανείς από εμάς δεν θα σας βοηθήσει. Πες μου μεγάλε αρχηγέ εμείς απ` την Λυκία είχαμε ανταπόδοση κάποια από εσένα, για τόσους άντρες δυνατούς που χάσαμε στις μάχες;
Ρ`, 150. Παράτησες τον αρχηγό τον μέγα Σαρπηδόνα κούρσεμα και διαγούμισμα στα χέρια των Αργείων. Αυτόν που τόσο πάλεψε για σένα και την Τροία είναι βορά στα όρνια και στ` άγρια θηρία.
Τώρα που είμαι αρχηγός των Λυκιωτών ω Έκτωρ θα πάρω τους ανθρώπους μου και πίσω θα γυρίσω. Κι αν φύγουμε η πόλη σας θα πέσει στους Αργείους.
Αν παίρναμε τον Πάτροκλο νεκρό μέσα στην Τροία θα τον ζητούσαν οι εχθροί και πίσω θα μας δίναν το σώμα και τα άρματα του θείου Σαρπηδόνα».
Ο Έκτορας απάντησε στον αρχηγό τον Γλαύκο:
«Γλαύκο μου λεοντόκαρδε κρίνεις με αδικία όσα εδώ συνέβησαν τις τελευταίες ώρες. Σε είχα για πιο σοβαρό με στέρεα τη σκέψη. Αλλά ο νους σου θόλωσε στης μάχης την αντάρα και μ` αδικείς με όσα λες κι εμέ και τους Λυκιώτες. Μου είπες πως φοβήθηκα τον γίγαντα τον Αία όμως για μένα οι βουλές του Δία του Κρονίδη είναι αυτές που σέβομαι και τις ακολουθάω. Είναι του Δία οι βουλές για μένα πάνω απ` όλα. Είναι ο μέγας ρυθμιστής στον πόλεμο το μαύρο και κάνει τον δειλό τρανό ή τον τρανό μικραίνει.
Γλαύκε καλέ σε προσκαλώ δίπλα μου να καθίσεις και κοίτα σε παρακαλώ τι πρόκειται να κάμω. Κρίνε με τότε αυστηρά, μα κοίτα την αλήθεια, και να μην παρασέρνεσαι απ` της ψυχής τα πάθη».
Αυτά είπε στον νεαρό αρχηγό των Λυκίων και αμέσως διατάζει τους Τρώες με τα παρακάτω λόγια:
« Τρώες, Λυκιώτες, Δάρδανοι και όλοι οι σύμμαχοι μας, εμπρός, η νίκη η λαμπρή μας αναμένει όλους. Ο Πάτροκλος που σκότωσα ήταν αρματωμένος με όπλα και με ντυμασιές τ` ασύγκριτου Αχιλλέα. Τώρα θα τα φορέσω εγώ με τη βουλή του Δία».
Σαν αστραπή κινήθηκε και πρόλαβε τους άντρες που πήγαιναν τις φορεσιές και τα σπουδαία όπλα του Αχιλλέα του τρανού, στην πόλη τους την Τροία.
Φόρεσε αμέσως τ` άρματα του μέγιστου Αχιλλέα που ήτανε δώρα θεών στο βασιλιά Πηλέα κι αυτός όταν μεγάλωσε τα έδωσε στο γιο του. Όμως δεν ήτανε γραφτό μ` αυτά να σωγεράσει, αφού ποτέ δε γέρασε ο θείος Αχιλλέας.
Ο Έκτορας παρέδωσε στους άντρες τ` άρματα του για να τα μεταφέρουνε στην πόλη τους την Τροία.
Σαν είδε ο Δίας ο τρανός τον Έκτορα ν` αλλάζει και να φορά τα άρματα του άρχοντα Αχιλλέα κούνησε το κεφάλι του και είπε στην καρδιά του:
Ρ`, 200.«Άχ Έκτορα η Μοίρα σου είναι κακογραμμένη, κι εσύ ούτε που σκέφτεσαι τον Χάρο που σιμώνει. Τα ρούχα και τον οπλισμό φοράς του Αχιλλέα όμως δεν έγινες θεός ουτ` έχεις θεά μάνα. Δόξα για σένα και τιμή Έκτορα Πριαμίδη θα έχεις από μένανε για μια στερνή φορά σου. Δεν πρόκειται όμως ποτέ σπίτι πια να γυρίσεις κι η Ανδρομάχη η καλή να δει τα άρματα σου».
Ένευσε με τα φρύδια του ο μέγιστος Κρονίδης κι ο Άρης ο αδίστακτος του πόλεμου ο άρχων γεμίζει θάρρος κι αντρειά του Έκτορα το στήθος. Με δυνατές φωνές εμψύχωνε τους στρατηγούς του όλους και τους οπλίτες γέμισε με δύναμη και θάρρος. Έλαμπε κι έμοιαζε θεός, ίδιος ο Άρης ήταν, καθώς φορούσε τη στολή του θεϊκού Πηλείδη.
Σε έναν – έναν πήγαινε και έδινε κουράγιο. Μίλησε στους: Μέδοντα, Θερσίλοχο, Μέσθλη, Γλαύκο, Αστεροπαίο, Έννομο, Ιππόθοο, Δεισήνορα, Φόρκη και στο Χρομίο.
«Σύμμαχοι από πολλές φυλές, με προσοχή ακούστε τα όσα έχω να σας πω γι` αυτά που μας ζυγώνουν. Τόσους λαούς δε γύρεψα, ούτε ανάγκη είχα. Ισότιμους σας θεωρώ στη δόξα και στο κούσρος. Μισή τιμή θα πάρω εγώ, μισή κι εσείς συντρόφοι. Μισά τα λάφυρα για μας, τ` άλλα μισά δικά σας».
Ακούσανε τον αρχηγό κι όρμησαν σαν λιοντάρια τον Αίαντα να σπρώξουνε πίσω εις τα καράβια και να του πάρουν τ` άψυχο του Πάτροκλου το σώμα. Όμως ο Αίας σκότωσε πολλούς από τους Τρώες που πάνω του ορμήσανε να πάρουν το κουφάρι του Πάτροκλου που σκότωσε ο Έκτωρ Πριαμίδης.
Ο Αίας είπε στον Μενέλαο:
«Μενέλαε τ` Ατρέα γιε, ο Έκτορας σιμώνει και ξανασφίγγει τον κλοιό που όλο και μικραίνει θέλοντας να επιβληθεί, θάνατο να μας φέρει. Ας έλθουν οι καλύτεροι εδώ να μας συνδράμουν».
Τον άκουσε ο Μενέλαος και με φωνή στεντόρεια εφώναξε και κάλεσε να έλθουν οι Αργείοι:
«Ελάτε φίλοι, σύμμαχοι και ομοτράπεζοι μας, ελάτε φίλοι αρχηγοί έφτασε η Ανάγκη.
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
