ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Πάνος Κοσμάς
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Νέα απογοήτευση περίμενε τις αγορές τις τελευταίες μέρες, καθώς οι διεθνείς οργανισμοί (ΔΝΤ και ΟΟΣΑ), κυρίως όμως ο κεντρικός τραπεζίτης των ΗΠΑ κ. Πάουελ, διέψευσαν τις προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί ότι τα επιτόκια θα αρχίσουν να αποκλιμακώνονται και πολλές φορές μέσα στο 2024.

Η δήλωση του κ. Πάουελ ήταν σαφής: Οι αγορές δεν πρέπει να περιμένουν ότι η αποκλιμάκωση θα γίνει σύντομα, ούτε ότι θα υπάρξουν πολλές μειώσεις. Ετσι, πλέον η πρώτη μείωση των αμερικανικών επιτοκίων, που προβλεπόταν για τον Μάρτιο, θεωρείται απίθανη.

Στο ίδιο μήκος κύματος «συντονίστηκαν» το ΔΝΤ και ο ΟΟΣΑ, προβλέποντας ότι ο στόχος για μείωση του πληθωρισμού στο 2% θα χρειαστεί περισσότερο χρόνο και θα επιτευχθεί στα τέλη του 2025. Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας Κριστίν Λαγκάρντ αποκάλυψε τη βαθύτερη ανησυχία των κεντρικών τραπεζών: ότι οι συνθήκες μπορούν να ευνοήσουν την αύξηση των μισθών, σε συνθήκες μάλιστα που το πρόβλημα της έλλειψης εργατικών χεριών δεν οφείλεται απλώς στα χαμηλά επίπεδα της ανεργίας αλλά και σε άλλα διαρθρωτικά προβλήματα, τα οποία δεν έχουν εύκολη λύση.

Η απογοήτευση των αγορών εκφράστηκε με σημαντική αύξηση χθες των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων στην Ευρώπη, τις ΗΠΑ και τις χώρες του ΟΟΣΑ. Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ξεπέρασε χθες ξανά το 4%, φτάνοντας το 4,16%, το ίδιο του Ηνωμένου Βασιλείου (4,0080), ενώ στην Ευρώπη το γερμανικό αυξήθηκε στις 2,3180, το ιταλικό στις 3,8890 και το ελληνικό το 3,3880.

Τη μεγαλύτερη αύξηση γνώρισαν του Ηνωμένου Βασιλείου (0,13%), της Ιταλίας (0,15%) και της Ελλάδας (0,16%), ενώ κατά 0,10% αυξήθηκαν τις Ισπανίας και της Γαλλίας.

Αυτή η ξαφνική «μίνι» αναταραχή με αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων σηματοδοτεί μεγαλύτερη διάρκεια παραμονής των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα, με όλα τα συνακόλουθα προβλήματα: πίεση στην κατανάλωση, τις επενδύσεις, την εξυπηρέτηση του χρέους κρατών και εταιρειών κ.λπ.

Ιδιαίτερα στην Ευρώπη, η Ιταλία με μεγάλη δυσκολία αντέχει το βαρύ φορτίο της εξυπηρέτησης του χρέους σε συνθήκες υψηλών επιτοκίων, ενώ μεγάλος αριθμός εταιρειών είναι στα πρόθυρα της χρεοκοπίας.