ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αργυρώ Μαντόγλου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

To καινούργιο μυθιστόρημα του Χάρι Κούνζρου, «Κρέας για τους λύκους», καταφέρνει αργά και σταθερά να φέρει τον αναγνώστη στη θέση του κεντρικού ήρωα, να τον ακολουθήσει κατά πόδας στην «πτώση» του και να τον καταστήσει μάρτυρα των εμμονών του μέχρι το τέλος – όπου (αυτός) δικαιώνεται από τα γεγονότα και η ψυχική περιπέτειά του αποδεικνύεται κάτι περισσότερο από μια ζοφερή αυτοεκπληρούμενη προφητεία.

Από την αρχή του μυθιστορήματος ο αφηγητής και κεντρικός ήρωας, ένας συγγραφέας σε αδιέξοδο, αποκομμένος από τη σύζυγό του και το παιδί του, λαχταράει να παρασυρθεί από τη γραφή, να γλιτώσει από την κρίση της μέσης ηλικίας, να ελευθερωθεί από τους δαίμονές του, όμως ο βιοπορισμός στη Νέα Υόρκη και οι περισπασμοί περιορίζουν τον δημιουργικό του χρόνο.

Και τότε, διαφαίνεται μια λύση στον ορίζοντα, μια γενναιόδωρη υποτροφία από το Κέντρο Ντόιτερ στο Βερολίνο, όπου για κάποιους μήνες θα είναι ελεύθερος να αφοσιωθεί αποκλειστικά στο γράψιμο του βιβλίου του με θέμα το «λυρικό εγώ» σε ένα περιβάλλον που φαντάζει ιδανικό. Δέχεται, μάλλον απρόθυμα, καθώς το θέμα έχει πάψει να τον ενδιαφέρει: «…δεν υπήρχε καμία απόδειξη ότι αυτό το “Εγώ” -στο οποίο με τόση δουλοπρέπεια είχα αφοσιωθεί, και το οποίο, τώρα που το καλοσκέφτομαι, ήταν λίγο πολύ ο εργοδότης μου, από τον οποίο εξαρτιόταν ο βιοπορισμός μου- ήταν καθ’ οιονδήποτε ουσιώδη τρόπο παρόν».

Φτάνοντας εκεί εξαντλημένος, η αβεβαιότητα και η αμηχανία του επιτείνονται καθώς δυσκολεύεται να προσαρμοστεί στους κανόνες και στην ατμόσφαιρα αυτής της σχολαστικά οργανωμένης έπαυλης που έχει μετατραπεί σε κέντρο φιλοξενίας συγγραφέων.

Εκεί, στην απομόνωσή του, αποκτά μια εμμονή με έναν συγγραφέα του 18ου αιώνα, τον Χάινριχ φον Κλάιστ, αφότου ανακάλυψε τον τάφο του σε μια λίμνη κοντά στο Κέντρο. Εναν συγγραφέα μισάνθρωπο, που έγραψε «νοσηρά θεατρικά και αποσπασματικές ιστορίες γεμάτες πυρετώδη δράση, μάχες, σεισμούς και ψυχικούς κλονισμούς». Δεν γράφει, αλλά επισκέπτεται καθημερινά τον τάφο, ενώ ταυτόχρονα αρχίζει να παρακολουθεί εμμονικά αμερικανικές σειρές βίας και συγκεκριμένα το Blue Lives, μια αστυνομική σειρά στην οποία εθίζεται. Η πλοκή είναι επιφανειακά διεκπεραιωτική αλλά κάποια στιγμή διαπιστώνει ότι όλοι οι αστυνομικοί της σειράς «είχαν χάσει τον ηθικό προσανατολισμό τους. Είχαν γίνει πια εξίσου κακοί με τους εγκληματίες που κυνηγούσαν», ενώ διακρίνει την καλά κρυμμένη προπαγάνδα πίσω από τα κλισέ και την προβλέψιμη αφήγηση.

Μέχρι που σε ένα πάρτι στο Βερολίνο συναντά τον δημιουργό της σειράς. Ο Αντον, ένας κυνικός κοσμικός, παραδέχεται στον αφηγητή ότι στο Blue Lives αφήνει να περάσουν αναφορές στον φασισμό, στον ρατσισμό αλλά και τσιτάτα από τους Ηράκλειτο, Σοπενχάουερ, Εμίλ Σιοράν για εντυπωσιασμό των θεατών: «οι κοινωνίες χρειάζονται τον φόβο -ένα μικρό βρόμικο μυστικό» – το σοκ και δέος καθηλώνει και αφοπλίζει.

Το σαγηνευτικό «κουκλοθέατρο βαρβαρότητας» του Αντον είχε εκατομμύρια θεατές, ασκούσε επίδραση που ο αφηγητής δεν θα τολμούσε ούτε να την ονειρευτεί για το δικό του έργο και δεν ήταν η ζήλια αυτό που τον εξόργιζε, θεωρούσε το Blue Lives απειλητικό και επικίνδυνο. Το μήνυμα της σειράς, ότι όλοι ζούμε σε μια κόλαση, σε έναν διαρκή πόλεμο χωρίς λύτρωση, τον απέλπιζε.

Η εξάντληση του ανώνυμου αφηγητή του Κούνζρου, το γεγονός ότι ένας μορφωμένος, προικισμένος άνθρωπος καταλήγει να νιώθει περιθωριοποιημένος και σταδιακά να αδυνατεί να συλλάβει την πραγματικότητα είναι ένα από τα ζητήματα του καιρού μας. Πόσοι από εμάς δεν αντιλαμβανόμαστε την «κοινή γνώμη», τις αντιδράσεις των πολιτικών αλλά και των ψηφοφόρων.

Η άνοδος του φασισμού και του αντισημιτισμού, του ρατσισμού και του μισογυνισμού, όσα θεωρούσαμε ότι είχαν περιοριστεί, παραδόξως εξακολουθούν να ταλανίζουν τις κοινωνίες, ενώ ο εικονικός κόσμος συνεχίζει να τρέφει το φίδι και να τροφοδοτεί τη βία. Ο αφηγητής είναι το παράδειγμα ενός εχέφρονα ανθρώπου που σταδιακά τρελαίνεται γιατί δεν έχει αντιστάσεις στον παραλογισμό που τείνει να επικρατήσει. Ομως, η εκλογή του Τραμπ το 2016 δικαιολογεί τον τρόμο και τη δυσπιστία του απέναντι στην πραγματικότητα, όπως αυτή εμφανίζεται μέσα από τα τρολ και τις οθόνες.

Το μυθιστόρημα δεν είναι παρά μια κραυγή, μια προειδοποίηση να βγούμε ξανά στον φυσικό κόσμο, να βρούμε τους δικούς μας και να εμπιστευτούμε τις αισθήσεις μας: «Ο άνθρωπος μόνος είναι κρέας για τους λύκους. Ετσι μας θέλουν. Απομονωμένους. Θηράματα. Αρα πρέπει να βρούμε ο ένας τον άλλον. Πρέπει να θυμόμαστε ότι δεν μπορούμε να υπάρξουμε μόνοι».