Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από το απόγευμα γύρισε βοριάς. Ο αγέρας σφυρίζει καθώς περνά μέσα απ’ τα κλαδιά των δέντρων της αυλής. Πάνω τους δεν έμεινε ούτε ένα κίτρινο φύλλο. Μόνο κάνα-δυο ανοιγμένα ρόδια, απ’ όπου προσπαθούν να τσιμπολογήσουν κάποιο σπυρί οι κοκκινολαίμηδες. Τα παντζούρια τρίζουν, λες και το ξύλο είναι ζωντανό και συνομιλεί με τους ανθρώπους. Η γάτα κάθεται κουλουριασμένη στο μαξιλάρι για ώρες, τι να σκέφτεται άραγες όταν σηκώνει το κεφάλι και τεντώνει τ’ αυτιά της; Να αναρωτιέται πού βρίσκονται οι αλανιάρες γάτες φίλες της. Ή μήπως δεν σκέφτονται οι γάτες;

Από μακριά ακούγεται ο ήχος των κυμάτων καθώς σπάνε στην ακρογιαλιά της Επάνω Σκάλας, της βόρειας περιοχής της πόλης. Οι βαρκάρηδες έχουν δέσει με διπλά και τρίδιπλα σκοινιά τις βάρκες τους. Στην αρχαιότητα, τέτοιες μέρες που λυσσομανά ο βοριάς, τα πλεούμενα περνούσαν από τον στενό Εύριπο –που ένωνε τα δυο λιμάνια– στο νότιο λιμάνι για να προστατευτούν. Η θάλασσα είναι κάτασπρη, ώς εκεί που φτάνει το μάτι σου, στις μικρασιατικές ακτές. Τα καραβάκια που κάνουν το δρομολόγιο Μυτιλήνη-Αϊβαλί έδεσαν στο λιμάνι της πόλης μας, μέχρι να φτιάξει ο καιρός και να πέσουν οι αγέρηδες. Ακόμα και στα μεγάλα πλοία, που κάνουν το δρομολόγιο για Πειραιά, απαγορεύτηκε ο απόπλους.

Τέτοιες μέρες νιώθεις τον αποκλεισμό, την απομόνωση απ’ την υπόλοιπη χώρα. Εστω κι αν βρίσκεσαι σε μεγάλο νησί, η ελευθερία της θάλασσας, η δύναμή της, σε περιορίζει. Οπότε σκέφτεσαι, αν μπορείς να μπεις στη θέση τους, πώς νιώθουν όσοι κατοικούν σε μικρότερα νησιά, ειδικά σε μικρονήσια. Αναλογίζεσαι την ομορφιά της ζωής, την κάθε μέρα που περνά, αλλά την ίδια στιγμή, έστω για λίγο, κάτι το αδιόρατο σε συννεφιάζει.

Ακούς για μια μικρή, φουσκωτή βάρκα που έφτασε ώς τις ακτές του νησιού. Εφυγε από τις απέναντι ακτές μες στον άγριο βοριά. Φορτωμένη ανθρώπους που θέλουν να πάνε κάπου, να ξεφύγουν από το παρελθόν τους, να αλλάξουν τη ζωή τους. Μια βάρκα ταξιδεύει, εκεί, τότε που είναι δεμένα τα μεγάλα πλοία. Γιατί το ταξίδι το δικό μας μπορεί να περιμένει, να πραγματοποιηθεί αργότερα, με μπουνάτσα και λιακάδα. Τούτοι δω οι μετακινούμενοι ζυγιάζουν τις επιθυμίες, τις καιρικές συνθήκες, τις πιθανότητες. Ετσι σαν να βρήκαν εισιτήριο με προσφορά –ο κακός καιρός– αποφασίζουν να πλεύσουν προς τις επιθυμίες και ελπίδες τους.

Κοιτάζω τη «χάρτα» του Κόντογλου, με το μπουγάζ’ τ’ Αϊβαλιού και τα Μοσχονήσια. Σε ποια να κρύβονταν τούτοι οι κατατρεγμένοι τις προηγούμενες μέρες; Μάλλον στην Ποροσελήνη, μετά θα πέρασαν στην Κάλαμο και στο Λιος και στο κατόπι φύγαν για τη Δύση. Επιθυμώντας, ελπίζοντας η φουρτούνα να τους λυπηθεί. Κάποιοι χάνουν τη ζωή τους στη θάλασσα, οι άλλοι συνεχίζουν…

* Συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας