Στο ραδιόφωνο είχε αφιέρωμα στα βράδια του Σαββάτου. Εκείνα που όλοι περιμένουν με λαχτάρα, για τη μεγάλη έξοδο της εβδομάδας, για το πρώτο βράδυ ουσιαστικής ξεκούρασης, το γεμάτο ελπίδες για μια όμορφη Κυριακή. Στην παρέα υπήρχε αναβρασμός. Να μαγειρέψουμε κάτι πολύ ωραίο για να φάμε το βράδυ όλοι μαζί σε κάποιο σπίτι; Και τι θα κάνουμε; Θα δούμε μια ταινία; Θα βγούμε για ένα ποτό κάπως αργά; Μήπως να πάμε κάπου να ακούσουμε μουσική; Ή, όπως παλιά, σε ένα μεζεδοπωλείο; Αν έχει και ζωντανή μουσική, ακόμη καλύτερα.
Μια τέτοια νύχτα, από τις πρώτες του χειμώνα μάλιστα, η επιθυμία «επιτέλους να βρεθούμε και να τα πούμε, από κοντά, όλοι μαζί» είχε φουντώσει τη λαχτάρα όλων. Δεν τα κατάφερναν πια να βρεθούν όλοι μαζί. Οι οικογενειακές υποχρεώσεις, οι επαγγελματικές υποχρεώσεις και τα «κόντρα» προγράμματα, λίγο η κούραση και λίγο τα «έκτακτα», άφηναν τις εβδομάδες και τους μήνες να περνούν και δεν βρίσκονταν.
Τα τηλέφωνα και τα μηνύματα έπαιρναν κι έδιναν, δεν συμφωνούσαν στο πού, δεν τα έβρισκαν στο πώς. Υστερα από τόσο καιρό, ήθελαν μια «τέλεια» βραδιά. Ωσπου ένας είπε: «Λοιπόν, τέλος. Θα αποφασίσω εγώ. Αφού θέλουμε να βρεθούμε και θέλουμε και να τα πούμε, θα έρθετε όλοι σπίτι. Ούτε δύσκολα φαγητά ούτε μεγάλες φασαρίες. Εγώ θα κάνω μια ωραία μακαρονάδα με κιμά και σαλάτες και δυο μεζέδες. Οποιος θέλει φέρνει κρασί και όποιος θέλει κάτι γλυκό. Τα υπόλοιπα θα τα βρούμε».
Δεν το σκέφτηκαν ξανά, δεν είπαν τίποτα άλλο. «Εγώ θα φέρω δυο μπουκάλια κρασί», είπε ο ένας. «Εγώ ένα ουίσκι για τις πιο μικρές ώρες», η άλλη. «Κι εγώ ταρτάκια και μπακλαβαδάκια, για να γλυκάνουμε το δόντι μας», η τρίτη. Μια άλλη υποσχέθηκε ξηρούς καρπούς και η βραδιά έκλεισε.
Πρόσωπα κουρασμένα κάπως, αλλά χαρούμενα. Τα κορίτσια -εντάξει, λίγο μεγαλύτερα- φόρεσαν τα «καλά» τους, από χαρά και για το επίσημο της εξόδου, αλλά τα αγόρια -επίσης λίγο μεγαλύτερα- ντύθηκαν πιο καθημερινά. Και ήταν όλοι εκεί, στις 8.30 ακριβώς, έτοιμοι για τη μεγάλη νύχτα του Σαββάτου.
Δεν ήταν μεγάλο πολύ το σαλόνι, αλλά τους χώρεσε όλους. Το τραπέζι στρώθηκε στο χαμηλό τραπεζάκι στο κέντρο. Οι πολλοί κάθισαν στους καναπέδες, οι λίγοι και πιο ευλύγιστοι σε μεγάλα μαξιλάρια στο πάτωμα. Κανείς δεν πρότεινε να ανοίξουν την τηλεόραση, ούτε να δουν καμιά ταινία. Μόνο το ραδιόφωνο έπαιζε μόνο του, χαμηλόφωνα, σε μια γωνιά, έτσι για να γεμίζει τα κενά της σιωπής – σπάνια αυτά, αλλά υπήρξαν. Ή μ’ ένα τραγούδι να πυροδοτήσει νέο γύρο συζήτησης.
Γέλια ακούγονταν, πειράγματα. Κάποια παλιά και γνωστά, από εκείνα τα χρόνια στη σχολή και εκείνη την εκδρομή στην Καρύταινα ή στους Δελφούς, αλλά ακόμα τους έκαναν να ξεκαρδίζονται. Ή και να κοκκινίζουν λίγο – πόσο είχαν ντραπεί τότε…
Και όταν, μετά το δεύτερο ποτηράκι κρασί άρχισαν να χαλαρώνουν πραγματικά, μίλησαν. Μίλησαν πολύ και άκουσαν πολύ. Και κατάλαβαν, ξανά έπειτα από καιρό, ότι μερικοί άνθρωποι είναι πάντα εκεί, ακόμη και αν η ζωή τούς παίρνει λίγο πιο μακριά. Και ξέρουν, χωρίς να χρειαστεί να τους πεις, όλα όσα χρειάζεσαι και όλα όσα αγαπάς. Και πιστεύουν σε σένα. Οτι αρκεί καμιά φορά μια ματιά ή ένα χάδι στην πλάτη για να σου πάρουν το βάρος πολλών μηνών, να το ελαφρύνουν έστω.
Αργά πια, ξημερώματα σχεδόν, ήρθε η ώρα του αποχωρισμού. Τα μάτια τους έλαμπαν και οι καρδιές τους είχαν ελαφρύνει. Ξημέρωνε Κυριακή, έκανε κρύο, ερχόταν πια ο χειμώνας. Από τα ερτζιανά ερχόταν μια φωνή που ευχόταν «να ’ταν η ζωή μας Σαββατόβραδο».
Αγκαλιάστηκαν και φιλήθηκαν. Δεν το είπαν, αλλά με τα μάτια έδωσαν μια υπόσχεση: θα το ξανακάνουμε, σύντομα. Πότε, δεν ήξεραν, αυτό το «σύντομα» ήταν κάπως σχετικό. Αλλά η ουσία ήταν αυτή: για όσους δένονται στη ζωή και ο χρόνος σχετικός είναι. Οσο κρατά ένα τραγούδι, όσο κρατάει μια ζωή.
