ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Α.Κ.
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Για σένα θέλω να γράψω λίγες γραμμές άχρηστες όσο και ασήμαντες, μικρούλι της Γάζας που σε σκοτώσανε. Για σένα μόνο, όχι για τις τόσες χιλιάδες που σκοτώνονται δίπλα σου, για τα αδέρφια σου, τους γονείς σου και τους φίλους σου. Για σένα μόνο. Γιατί όταν σκεφτόμαστε με νούμερα, όταν μετράμε τον θάνατο με νούμερα, όταν ακόμα λογαριάζουμε τις ζωές μας με νούμερα, έχουμε οι άνθρωποι το κακό συνήθειο να τα βλέπουμε όλα απρόσωπα, υποθέτω ότι δεν μπορούμε αλλιώς να το αντέξουμε.

Φαίνεται λοιπόν ότι πιο πολύ μας πονάει ο θάνατος του ενός από τον θάνατο των πολλών. Εξάλλου στον «πόλεμο» είναι λογικό να πεθαίνουν οι πολλοί. Μάλλον κάποιο κακό θα έκανες, μικρούλι, και έπρεπε να πεθάνεις. Φαίνεται πως η μικρή σου ύπαρξη έβλαψε την παγκόσμια ειρήνη, τη δημοκρατία, τη σταθερότητα, και έπρεπε να χαθείς για να αποκατασταθούν κάπως αυτές οι έννοιες.

Εκλογικεύουμε καμιά φορά τον θάνατο εμείς οι μεγάλοι, αυτό κάνουμε, για να μας γίνει πιο εύκολα αποδεκτός και όσο γίνεται ανώδυνος. Αλλά η αλήθεια είναι ότι σε σκοτώσαμε εμείς όλοι, μικρούλι, ας το πούμε πια, σε σκοτώσαμε με τις δράσεις μας και την αδράνειά μας, με τον φανατισμό μας και την απάθεια, με τα λόγια μας και με τις σιωπές μας. Και τώρα που πέθανες, τώρα που σε είδαμε όλοι μας ματωμένο στις τηλεοράσεις, τώρα που είδαμε τον μπαμπά σου να κουβαλάει το σωματάκι σου και να καταριέται θεούς και ανθρώπους, προσπαθούμε με λόγια και με λέξεις να δώσουμε ένα κάποιο νόημα στον θάνατό σου, λες και θα μπορούσε αυτό να απαλύνει τις τύψεις μας. Γιατί -ας το πούμε κι αυτό- μόνο οι τύψεις μας έχουν απομείνει πια, οι τύψεις και η ανημπόρια μας. Τύψεις όταν βάζουμε τα παιδιά μας για ύπνο με φουσκωμένη την κοιλίτσα τους από το γάλα, όταν τα αγκαλιάζουμε με λαχτάρα το πρωί, όταν τα μαλώνουμε.

Γιατί, κακά τα ψέματα, φοβόμαστε. Τρέμουμε μέσα μας, μικρό παιδάκι που σε πετσόκοψαν στη Γάζα, ότι ίσως αύριο, για κάποιον λόγο που αδυνατούμε να προβλέψουμε, για κάποιου το συμφέρον ή το καπρίτσιο, θα βρεθούνε τα δικά μας παιδιά στη θέση σου. Το δικό σου το προσωπάκι προβάλλουμε πάνω στα πρόσωπα των δικών μας παιδιών, αυτή είναι, μικρούλι, η τιμωρία μας για τα λόγια μας και για τις σιωπές μας.

Λάθος κάνει ο ποιητής, μικρούλι, που λέει ότι δεν φεύγουν τα νεκρά παιδιά απ’ τα σπίτια τους, ότι τριγυρίζουν εκεί και μπλέκονται στα φουστάνια της μάνας τους, ότι έχουν δήθεν μια ξέχωρη προτίμηση να παίζουν στον κλεισμένο διάδρομο. Οτι αν κάποτε βγάζουν μια κραυγή οι γυναίκες στον ύπνο τους είναι γιατί τα κοιλοπονάνε πάλι. Οχι.

Τα παιδιά που σκοτώθηκαν φεύγουν απ’ τα σπίτια τους με αγανάκτηση και οργή. Με αγανάκτηση για το μέλλον που δεν τους δόθηκε, για τη ζωή που είχαν δικαίωμα να ζήσουν, για όσα δεν έμαθαν και που τους ήταν ταγμένα να μάθουν. Και φεύγουν με οργή μεγάλη μέσα τους γιατί αποτύχαμε να τα προστατέψουμε.

Αναρωτιέμαι καμιά φορά, μικρούλι που σε σκοτώσανε στη Γάζα, πώς θα ήταν η ζωή σου αν τύχαινε και είχες φύγει από τον τόπο σου, αν είχες έρθει εδώ στον δικό μας τόπο, αν σου το επιτρέπανε αυτό οι νόμοι και οι κυβερνήσεις.

Θα μπορούσες να συνηθίσεις τα μέρη μας, τους τρόπους μας και τις ιδιοτροπίες μας; Αν πήγαινες στα σχολεία μας, αν γνώριζες τα δικά μας παιδιά, θα κάνατε άραγε καλή παρέα, θα παίζατε μαζί, θα φωνάζατε, θα πιανόσασταν γιακά με γιακά για τα ποδόσφαιρα ή για τους ανύπαρκτους διαφορετικούς θεούς σας;

Θα ήσουν μήπως εσύ, μικρούλι, ο εκλεκτός αυτός μαθηματικός μύστης που θα έλυνες τα μεγάλα μυστήρια του κόσμου, μήπως θα βοηθούσες τους ανθρώπους να λύνουν τις διαφορές τους με λόγια ήσυχα κι απλά, θα μπορούσες έστω να βρεις έναν τρόπο να μη σκοτώνουν οι άνθρωποι τα παιδιά τους; Δεν θα το μάθουμε.

Ενα μόνο ακόμα, μικρούλι που σε σκοτώσανε στη Γάζα. Αν σου είναι εύκολο, μείνε εκεί στην ανυπαρξία σου ή έστω τριγύριζε ακόμα στα φουστάνια της μάνας σου αν είναι αυτό δυνατό, ένα μόνο, σε παρακαλώ, πάψε να έρχεσαι στον ύπνο μας να μας στοιχειώνεις.