Το «αίμα», μία από τις πιο σημαντικές λέξεις της γλώσσας μας, που έχει συνδεθεί με τη ζωή και τον θάνατό μας, με την καταγωγή και τις σχέσεις μας, με το σώμα και την ψυχή μας, με το καλό και το κακό που επιφέρουν οι πράξεις μας σε εαυτούς και αλλήλους, κανείς δεν είναι σίγουρος πώς ετυμολογείται.
Το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας λέει πως το αίμα, αυτό το κόκκινο ζωτικό υγρό που κυκλοφορεί μέσω της καρδιάς, των αρτηριών και των φλεβών του ανθρώπου και των άλλων σπονδυλωτών ζώων, επιτελώντας πλήθος βασικών λειτουργιών, όπως είναι η οξυγόνωση του εγκεφάλου και η μεταφορά απαραίτητων για τον οργανισμό ουσιών, είναι αβέβαιης ετυμολογίας. Το Λεξικό θεωρεί πως είναι αμφίβολη η σύνδεση της αρχαίας λέξης «αίμα» με το αρχαίο γερμανικό «seim» (στραγγισμένο μέλι), ή με το σανσκριτικό «–is» (ποτό) ή ακόμα και με το ρήμα «ίημι» (βάλλω, ρίχνω), οπότε η αρχική σημασία της λέξης θα δήλωνε το χτύπημα από βέλος και το αποτέλεσμά του.
Το αίμα είναι ένα θαυμαστό υγρό. Η θέα του μας έλκει και μας απωθεί – το χρώμα του συμβολίζει τη ζωή, αλλά όταν το βλέπουμε μπροστά μας, κάτι έχει συμβεί: μια πράξη βίας ή μια αρρώστια το έχει βγάλει στην επιφάνεια. Κανονικά, πρέπει να είναι κρυφό, να ρέει απρόσκοπτα όπως και όσο πρέπει: είναι το 7% του ανθρύπινου σώματος. Αν είστε 80 κιλά, τα 5,6 από αυτά είναι αίμα. Με κάθε χτύπο η καρδιά διοχετεύει 70 ml στις αρτηρίες – σχεδόν 7 τόνους αίματος την ημέρα!
Το αίμα! Ναι, μιλώ γι’ αυτό που χύνεται τώρα στην Παλαιστίνη, ποταμηδόν, αλλά και αλλού: ποτέ δεν έπαψε ο άνθρωπος, από τότε που ζούσε στις σπηλιές φορώντας το τομάρι του ζώου που κυνήγησε, μέχρι που περπάτησε στη Σελήνη, να σκοτώνει, να χύνει το αίμα του συγγενή, του γείτονα ή του αλλόφυλου, του αλλόδοξου.
Πάντα για έναν καλό λόγο ασφαλώς: για ένα θήραμα κι ένα κυνηγότοπο, ένα χωράφι κι ένα ποτάμι, ένα σιτοβολώνα κι ένα λιμάνι, για τον φυσικό και τεχνητό πλούτο, για το ψωμί του ή το παντεσπάνι του, για ένα χωριό και μια πόλη, μια χώρα ή τη γη ολόκληρη. Και βέβαια, για ένα ιδανικό ή μία πίστη, για την ελευθερία ή την εξουσία, ή, ακόμα χειρότερα, έτσι, για την πλάκα του, για την ηδονή του φόνου.
Ποτέ δεν έπαψε ο άνθρωπος να σκοτώνει, να βουτάει τα χέρια του στο αίμα, να πνίγει στο αίμα την επανάσταση των καταπιεσμένων, την εξέγερση που μοιραία έπεται της κατοχής. Ποτέ δεν έπαψε να εκδικείται, να παίρνει το αίμα του πίσω, γιατί είναι στη φύση του η αιματοχυσία. Αλλωστε, το αίμα των ανθρώπων βράζει, το ’χουν στο αίμα τους να σκοτώνουν όταν τους ανέβει το αίμα στο κεφάλι, συνηθίζουν να φτύνουν αίμα, να κοπιάζουν για να φτιάξουν κι άλλες μηχανές θανάτου, κι άλλα όπλα, κι άλλους ευφάνταστους και δημιουργικούς τρόπους εξόντωσης, γιατί όταν ανάψουν τα αίματα, τίποτα δεν μας σταματά.
Ναι, όταν ανοίξει ο κύκλος του αίματος δεν κάνουμε πίσω, δεν υποχωρούμε, γιατί το αίμα νερό δεν γίνεται, ακούμε τη βοή του αίματος των σκοτωμένων και δεν λησμονούμε τους δεσμούς αίματος που μας ενώνουν. Το αίμα φέρνει αίμα. Πάντα.
«Εδωσε το αίμα του για την πατρίδα»
«Θα σου πιω το αίμα»
«Μου πάγωσε το αίμα»
«Διψάει για αίμα»
«Παίρνει πίσω το αίμα του»
