Η καταστροφή στη Θεσσαλία και οι ανυπολόγιστες ζημιές στη γεωργική παραγωγή και την κτηνοτροφία έκαναν πολλούς να θυμηθούν την αφορισμένη τα τελευταία χρόνια «αυτάρκεια». Η αλήθεια είναι ότι ο στόχος της αυτάρκειας, όσον αφορά τη γεωργία και την κτηνοτροφία, ήταν το βασικό συστατικό της πολιτικής μέχρι τη δεκαετία του ’70. Τη δεκαετία του ’80 και μέχρι τα μνημόνια η «αυτάρκεια» υποσκαπτόταν συστηματικά αλλά σιωπηλά (σ.σ. μάρτυρας η συνεχής συρρίκνωση της συμμετοχής της γεωργίας και της κτηνοτροφίας στο ΑΕΠ και η μείωση της απασχόλησης στους συγκεκριμένους τομείς).
Από την εποχή των μνημονίων η σιωπηλή αποδοχή μετατράπηκε σε κραυγαλέα αποδοκιμασία, καθώς ο στόχος τού να μπορεί ο τόπος «να ταΐζει τα στόματά του» μετατράπηκε στη δυνατότητα «να συντηρεί φτηνά τους ανθρώπους του» αδιακρίτως προέλευσης των προϊόντων. Ολες οι μνημονιακές κυβερνήσεις, ακόμα και αυτή που για σχεδόν έναν αιώνα εξακόντιζε βέλη κατά της εξάρτησης, ανέδειξαν την «εξωστρέφεια» κυρίαρχο δόγμα της οικονομικής πολιτικής, λησμονώντας τη βασική αρχή της πολιτικής: «Αν δεν μπορείς να θρέψεις τον τόπο σου, τότε είσαι καταδικασμένος στην υποτέλεια».
Η αλήθεια που οι πολιτικοί των κομμάτων αποφεύγουν να αναφέρουν, είναι ότι τη στιγμή που προσπαθούσαν να πείσουν το ακροατήριό τους για το «θαύμα» της εξωστρέφειας, οι μεγάλες οικονομικές και γεωπολιτικές δυνάμεις του πλανήτη επανεξέταζαν -με σημερινούς όρους- την «αυτάρκεια» και με την πανδημία και τον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο του 2022 οι θεωρητικές αναζητήσεις έγιναν καθημερινή πολιτική. Η κατάρρευση των εφοδιαστικών αλυσίδων, οι κυρώσεις και οι γεωπολιτικοί ανταγωνισμοί «στένεψαν» την παγκοσμιοποίηση και οι μεγάλες δυνάμεις άρχισαν να επανεξετάζουν τις διαδρομές που οδηγούσαν στην αυτάρκεια (σ.σ. σε ορισμένους τομείς) ώστε να περιοριστεί ο βαθμός εξάρτησης από τους αντιπάλους.
Λίγοι θα είχαν προβλέψει ακόμα και πριν από λίγα χρόνια ότι τέσσερις από τους κορυφαίους κερδισμένους της παγκοσμιοποίησης θα στρέφονταν σε παραλλαγές της αυτάρκειας. Η Κίνα, η Ινδία και οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι οι μεγαλύτερες οικονομίες (αντιπροσωπεύουν περίπου το 60% της παγκόσμιας οικονομίας) και ήδη έχουν στραφεί προς τον «οικονομικό εθνικισμό» και την «αυτάρκεια». Η Ρωσία αναγκάστηκε λόγω των κυρώσεων να στραφεί στη δική της αγορά και να αναπτύξει εναλλακτικούς τρόπους για διάθεση των εξαγώγιμων προϊόντων της και κυρίως του πετρελαίου, του φυσικού αερίου και των πρώτων υλών.
Κοινό χαρακτηριστικό και των τεσσάρων είναι ότι αν και αγκάλιασαν την παγκοσμιοποίηση, είχαν μακροχρόνιες παραδόσεις σχετικής απομόνωσης από τις παγκόσμιες αγορές. Οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν πάντα εισαγωγέας κεφαλαίου και εργασίας και εξαγωγέας εμπορευμάτων, αλλά η κύρια πηγή ανάπτυξης ήταν η εγχώρια αγορά τους. Μέχρι το 2011 ήταν μια παγκοσμιοποιημένη οικονομία στην οποία ο λόγος εμπορίου προς ΑΕΠ έφτασε στο 31% περίπου. Στη συνέχεια ξεκίνησε η πτώση, με αποτέλεσμα ο δείκτης να πέσει στο 27% με τάσεις περαιτέρω υποχώρησης καθώς οι πολιτικές του Μπάιντεν ενισχύουν αυτήν την καθοδική πορεία.
Από τα τέλη του 17ου έως τα μέσα του 19ου αιώνα, η αυτοκρατορική Κίνα ενίσχυσε την παραγωγικότητα της εγχώριας αγοράς και υποστήριξε έναν ελεγχόμενο αλλά προσοδοφόρο εξαγωγικό τομέα. Η εσωτερική πορεία προόδου έληξε με την έναρξη του Πολέμου του Οπίου το 1839 αλλά επανήλθε το 1945 όταν ο Μάο τόνισε την εθνικιστική και κυρίαρχη πτυχή της αυτονομίας λέγοντας: «Σε ποια βάση πρέπει να στηρίζεται η πολιτική μας; Πρέπει να στηρίζεται στη δική μας δύναμη». Το 2018 η ιδέα της «δικής μας δύναμης» επέστρεψε. Ο πρόεδρος Σι Τζινπίνγκ το έκανε σαφές όταν δήλωσε ότι «η μονομέρεια και ο εμπορικός προστατευτισμός έχουν αυξηθεί, αναγκάζοντάς μας να βαδίσουμε στον δρόμο της αυτονομίας».
Η Ινδία παρήγε σχεδόν το ένα τέταρτο του παγκόσμιου ΑΕΠ γύρω στο 1700 αλλά στη συνέχεια υπέμεινε δύο αιώνες ταπείνωσης από το Ηνωμένο Βασίλειο που εκμηδένισε τον δευτερογενή τομέα, στερώντας του τις πρώτες ύλες με τις οποίες κατασκευάστηκε η βρετανική οικονομική αυτοκρατορία. Μετά την ανεξαρτησία το 1947, υιοθέτησε ένα μοντέλο ανάπτυξης που αγκάλιασε τις τότε μοντέρνες ιδέες για την προστασία της νηπιακής βιομηχανίας και την αντικατάσταση των εισαγωγών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990 άρχισε να ανοίγει την οικονομία της, αλλά μέσω μιας ελεγχόμενης εθνικιστικής διαδικασίας την οποία ακολούθησε ο Μόντι. Στο πλαίσιο της πολιτικής της «μη ευθυγράμμισης», χρησιμοποίησε την κινεζική και την αμερικανική τεχνολογία για να στηρίξει την απεξάρτηση της χώρας.
Η Ρωσία έζησε μια μεγάλη περίοδο οικονομικού αποκλεισμού, η οποία «εξοικείωσε» τις παραγωγικές δομές με την εγχώρια αγορά.
Σήμερα στην Ινδία και στην Κίνα ο πολιτισμός, η βιομηχανική πολιτική και άλλοι διαρθρωτικοί παράγοντες έχουν διευκολύνει τη στροφή στην αυτάρκεια. Στις ΗΠΑ η μετάβαση στον οικονομικό εθνικισμό ενισχύθηκε από την αυξανόμενη λαϊκή δυσαρέσκεια για τον νεοφιλελευθερισμό. Ο «οικονομικός εθνικισμός» του Τραμπ εκδηλώθηκε με τη μορφή δασμών και εμπορικών πολέμων. Η αρθρογραφία για τον οικονομικό εθνικισμό άρχισε να κατακλύζει τα έντυπα. Το 2020, ο Τζέικ Σάλιβαν, σε άρθρο στο περιοδικό Foreign Policy, υποστήριξε ότι «η υποστήριξη της βιομηχανικής πολιτικής κάποτε θεωρούνταν ντροπιαστική αλλά τώρα θα πρέπει να θεωρείται κάτι που είναι σχεδόν προφανές». Ο Μπάιντεν προεκλογικά υποσχέθηκε να δαπανήσει 400 δισ. δολάρια σε μια πολιτική «Αγοράστε αμερικανικά» και 300 δισεκατομμύρια δολάρια για κρατικά κατευθυνόμενη Ερευνα και Ανάπτυξη, με στόχο την αύξηση της τεχνολογικής αυτοδυναμίας και την εξασφάλιση της αμυντικής βιομηχανικής βάσης. Αλλά και ως κυβέρνηση υποστήριξε επενδύσεις για την αύξηση της εγχώριας ικανότητας, ιδίως στις υποδομές.
Από την έναρξη του πολέμου, η Μόσχα, αν και δεν μπορεί να συναλλάσσεται με την Ευρώπη και τις Ηνωμένες Πολιτείες, κατάφερε να σταθεί όρθια εξαιτίας της μεγάλης εσωτερικής αγοράς και των εμπορικών συναλλαγών με την Κίνα και την Ινδία.
Μπροστά σε αυτές τις τεράστιες αλλαγές, το να ταυτίζουν οι εγχώριες ηγεσίες την «αυτάρκεια» με την «οπισθοδρόμηση» είναι εξόφθαλμη κοροϊδία.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
