Η επίσημη γερμανική Αριστερά μού είναι ελάχιστα συμπαθής. Ισως φταίει ο τρόπος που την πρωτογνώρισα. Πριν από περίπου είκοσι χρόνια ήμουν μέλος της ελληνικής ομάδας, του Συνασπισμού τότε, που πήρε μέρος στην Αθήνα σε μία από τις σημαντικότερες ιδρυτικές διαδικασίες του μετέπειτα Κόμματος της Ευρωπαϊκής Αριστεράς.
Αν δεν παρίστατο η κυπριακή αντιπροσωπεία, μάλλον η γερμανική θα ήταν η αντιπαθέστερη. Ο λόγος νομίζω ήταν πως το τότε PDS -Kόμμα Δημοκρατικού Σοσιαλισμού-, απευθείας διάδοχος του SED της ανατολικής Γερμανίας, του σταλινικού εκτρώματος του Χόνεκερ, είχε έναν αέρα «κυβερνητικότητας», που λένε και οι μετα-διανοούμενοί μας. Σαν ένα «ξέρουμε εμείς», ρε παιδί μου!
Το πράγμα βελτιώθηκε τα επόμενα χρόνια λόγω κυρίως της σύμπραξης με τη δυτικογερμανική WASG -Εκλογική Εναλλακτική για την Κοινωνική Δικαιοσύνη-, που είχε δημιουργηθεί από τη φευγάτη από το SPD σοσιαλδημοκρατική Αριστερά, με ηγέτη τον Λαφοντέν, και έναν αστερισμό από άλλες ριζοσπαστικές οργανώσεις. Ετσι το κόμμα των συνταξιούχων της ανατολικής Γερμανίας άρχισε να επικοινωνεί πραγματικά με την εργατική τάξη και να μην αισθάνεται άβολα με τα νέα κοινωνικά κινήματα.
Συνεχίζω να θεωρώ πως μια αυτόνομη WASG θα ήταν πολύ χρησιμότερη τόσο για το γερμανικό όσο και για το ευρωπαϊκό κίνημα. Η αύρα Νέας Αριστεράς που τη χαρακτήριζε ήταν σε τέτοια αντιδιαστολή με τη σταλινική μούχλα, που η σύμπραξη ήταν αταίριαστη.
Η Linke, το κόμμα που προέκυψε από την ένωση των δύο σχηματισμών, απέκτησε αέρα και έφτασε μέχρι να γίνει το τρίτο κόμμα της γερμανικής Βουλής, αξιωματική αντιπολίτευση την περίοδο συγκυβέρνησης χριστιανοδημοκρατών και σοσιαλδημοκρατών. Ακολούθησε μια εντυπωσιακή αποδρομή, που το έστειλε στις τελευταίες εκλογές κάτω από το όριο του 5%. Και σήμερα βρίσκεται μπροστά στη διάσπαση.
Ξεκαθαρίζω πως δεν θεωρώ ντε και καλά κακές τις διασπάσεις. Η πραγματική αδυναμία συνύπαρξης είναι και πιθανή και θεμιτή. Κάποιες μάλιστα διασπάσεις είναι ιδιαίτερα δημιουργικές. Αυτό δεν ισχύει προφανώς για την Ελλάδα, αλλά είναι άλλο θέμα.
Το πρόβλημα με την πιθανή γερμανική διάσπαση είναι πως οι πλατφόρμες που συγκρούονται είναι, δεξιά και «αριστερή», ελάχιστα ελπιδοφόρες. Θέλω να πω πως, ανεξάρτητα από τα μετέπειτα αποτελέσματα, ακόμη κι αν υποθέσουμε πως κάποιο από τα κομμάτια καταγράψει καλά εκλογικά αποτελέσματα, ο θησαυρός κατά πάσα πιθανότητα θα αποδειχτεί άνθρακες.
Η μία τάση είναι ανυπόφορα δεξιόστροφη, κυβερνητιστική και απεύθυνσης εθνικού ακροατηρίου, με μηδενικά ταξικά αντανακλαστικά. Η άλλη, με ηγερία τη Ζάρα Βάγκενκνεχτ, εκδηλώνει έναν πολιτικό και ιδεολογικό πρωτογονισμό που τρομάζει.
Με ενδιαφέρει περισσότερο να σχολιάσω τη δεύτερη τάση. Η πρώτη είναι τόσο κοινότοπη στο πλαίσιο της Αριστεράς -για κοινοτοπία του κακού [μας ριζικού], πρόκειται-, ώστε δεν έχει νόημα να ασχοληθεί κανείς, που θεωρεί εκ των ων ουκ άνευ τη διεκδίκηση του ριζικού κοινωνικού μετασχηματισμού για να επιτευχθούν έστω τα ελάχιστα.
Η δεύτερη τάση όμως εμφανίζεται ως αριστερή και έτσι έχει αντικειμενικά περισσότερο ενδιαφέρον. Είναι τέτοια η κατάντια της δεξιάς αριστεράς (!), που κάθε ανταγωνιστική πρόταση έχει αξία.
Εδώ όμως αρχίζουν τα δύσκολα. Γιατί η τάση της Βάγκενκνεχτ θεωρεί ως στροφή προς τα αριστερά την απόρριψη των πολιτικών «για την ένταξη των περιθωριοποιημένων κοινοτήτων». Απορρίπτει επιπλέον, όπως μας πληροφορεί η Χριστίνα Πάντζου («Εφ.Συν.», 2-3 Σεπτεμβρίου), την αυτοδιάθεση της ταυτότητας φύλου, όπως και τις δραστικές πολιτικές κατά της κλιματικής κρίσης.
Δεν αφήνει, δε, καμιά αμφιβολία για το τι εννοεί, αν θυμηθούμε τη σφοδρή αντίδρασή της απέναντι στην πολιτική υποδοχής των προσφύγων από τη Μέρκελ το 2015, όταν ζητούσε αυστηροποίηση της μεταναστευτικής πολιτικής και κλείσιμο των συνόρων. Η «αριστερή» λοιπόν τάση, τρομάρα της, όπως είναι λογικό είναι alt-rightdarling -το 68% των ψηφοφόρων της AfD «ενδιαφέρεται (sic) για τις πολιτικές της Βάγκενκνεχτ»!
Απελπισία. Και μαζί, ένθεν κακείθεν, στρατηγικός παλιμπαιδισμός. Σαν «τζάμπα να ’καιγε η λάμπα» εδώ και τόσες δεκαετίες. Η άγνοια και η θεωρητική ρηχότητα των ηγεσιών της Αριστεράς -και στην Ελλάδα- είναι ίσως το μεγαλύτερο πρόβλημα. Πρακτικιστές, πολιτικάντηδες, τακτικιστές, «χαρισματικοί» της απόλυτης κενότητας έχουν καταδικάσει την Αριστερά σε διαρκή εξευτελισμό.
Οι δεξιές τάσεις νομίζουν πως το γκραμσιανό ιστορικό μπλοκ αφορά την «κεντρώα» διεύρυνση και τη γητεία απέναντι στην πολύφερνη «μεσαία τάξη», που είναι πιο διαφοροποιημένη από όλες τις άλλες, περιλαμβάνοντας από πραγματικά φτωχούς ανθρώπους έως κατόχους μεγάλων περιουσιών, από μικρομεσαία αφεντικά-πρωταθλητές στην εκμετάλλευση μέχρι ανθρώπους παραδομένους σε «επιχειρηματικότητα» ανάγκης μπροστά στην εναλλακτική επιλογή (!) της ανεργίας, από ασύδοτους φοροκλέφτες ώς προλεταριακά μπλοκάκια.
Και από την άλλη κάποιες «αριστερές» που μέσα στην, απολύτως υποτιθέμενη, «ταξικότητα» δεν έχουν ενημερωθεί πως ήδη από τη δεκαετία του ’70 η συμμαχία «αγροτών-εργατών» έχει αντικατασταθεί στρατηγικά από τη συμπόρευση της εργατικής τάξης με το φεμινιστικό, το οικολογικό, το προσφυγικό κίνημα…
Αν αυτή η αδιανόητη καθυστέρηση των ποικίλων ηγεσιών δεν αρθεί, τύχη δεν έχουμε.
