Ποιος μπορεί να διαφωνήσει με την παλιά παρατήρηση του Κώστα Γεωργουσόπουλου πως μέχρι τη δεκαετία του ’70 ο 19ος αιώνας κατασυκοφαντήθηκε για δεκαετίες από το ελληνικό θέατρο; Και τότε ακόμη η «ανακάλυψή» του από το θέατρο μας πρόβαλλε επιλεκτικά όσους επιβεβαίωναν με κάποιον τρόπο τη δόμηση ενός νέου αφηγήματος γύρω από την ιστορία του: Χουρμούζης, Βυζάντιος, Ραγκαβής, Καπετανάκης…
Ανάμεσα σε αυτούς, τους ασφαλώς σημαντικούς, παράπεσε το έργο του Δημήτριου Καμπούρογλου –υιού του εκδότη Γρηγορίου Καμπούρογλου(ς) και της εκ των πρώτων λαογράφων Μαριάννας, το γένος Γέροντα– γνωστού μέχρι σήμερα στους περισσότερους ως διηγηματογράφου και θεμελιωτή της νεότερης ιστορίας των Αθηνών. Ωστόσο υπηρέτησε στον βίο του κεντρικές θέσεις στην Εθνική Βιβλιοθήκη ή στην Ακαδημία των Αθηνών (ως εκλεγμένο μάλιστα πρώτο μέλος της). Η μονογραφία της Κωνσταντίνας Ριτσάτου, καρπός πολύχρονης έρευνας στα αρχεία και στον «κόσμο» του λόγιου, έρχεται σήμερα να συμπληρώσει τη βιογραφία του πλάνητα του άστεως με ένα κομψό, άριστα επιμελημένο τόμο από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, όπου εξονυχιστικά περιγράφεται και τεκμηριώνεται η σχετικά υποτιμημένη μέχρι σήμερα συμβολή του Καμπούρογλου-υιού (και) στη διαμόρφωση του ελληνικού θεάτρου.
Η μονογραφία ξεκινά με την έκθεση του πεδίου της ήδη από την Εισαγωγή, όπου εκτίθεται η μέχρι σήμερα ελλιπής αποτίμηση του έργου του από την επιστημονική κοινότητα. Ακολουθούν αντιστικτικά άγνωστες πτυχές της συμβολής του στην εγχώρια θεατρική τέχνη και οι καρποί της συγκομιδής της νέας έρευνας στο αρχείο του. Ενώ στη συνέχεια περιγράφεται το ίδιο το αρχείο, που φυλάσσεται στην Ιστορική Εταιρεία, και με αυτό συντίθεται η πληρέστερη μέχρι σήμερα εργο-βιογραφία του.
Το πρώτο μέρος της μονογραφίας αφορά τη νεανική δραστηριότητα του Καμπούρογλου στη δεκαετία του 1870. Πρόκειται για τη μάλλον τυπική περίπτωση ενός απόφοιτου της Νομικής που θα στραφεί στη δημοσιογραφία και μετά στη συγγραφή. Κι όμως, από την αρχή κιόλας διαβλέπουμε πίσω από το πορτρέτο του νεαρού λόγιου την τεθλασμένη διαδρομή μεταξύ παράδοσης και ανανέωσης ενός ανήσυχου πνεύματος της εποχής, που κουβαλά εκτός των άλλων την τραυματική εμπειρία της οικονομικής καταστροφής του πατέρα του λόγω της εμπλοκής του στην ατυχή πρώτη επιχείρηση λειτουργίας ενός «εθνικού» θεάτρου.
Το δεύτερο μέρος αφορά την ωριμότητα του Καμπούρογλου στη δεκαετία του 1890. Σαραντάρης πλέον ο Δημήτριος προβαίνει στη συγγραφή δραμάτων, τα οποία εντοπίζονται και επιμελώς αναλύονται από την ερευνήτρια. Σε πολλά από αυτά η ίδια διακρίνει τη διάθεση μιας ανανέωσης που συνδέεται είτε με τη μετακίνηση προς την ιστορία του «άστεως» και τη ρήξη της με την αρχαιολατρία και την ηρωική εποποιία, είτε με τη στροφή προς τον «λαό» και τη δημιουργία μιας γέφυρας με τους θρύλους και τις παραδόσεις του. Σε μια ενότητα του ίδιου μέρους η Ριτσάτου ασχολείται αναλυτικότερα με τρεις κωμωδίες του Καμπούρογλου, καθώς εντοπίζει σε αυτές τη συσχέτισή του με ορισμένες ανανεωτικές κινήσεις του ελληνικού θεάτρου.
Η δραματουργική εργασία του Καμπούρογλου μοιάζει να έχει φτάσει πια στην κορύφωσή της, ώστε η μελετήτρια να είναι πια σε θέση να ανιχνεύσει τη μορφολογία του γύρω πνευματικού τοπίου. Ο Καμπούρογλου εξετάζεται στο τρίτο μέρος της μελέτης μέσα από τη γλώσσα των θεατρικών του αλλά και μέσα από τις σκηνογραφικές τομές που ο ίδιος προτείνει για τις παραστάσεις τους – στοιχεία που για εκείνη την εποχή μεταφράζονται σε μια δήλωση για ένα θέατρο που οφείλει να υπηρετεί την αληθοφάνεια, την αυθεντικότητα, αλλά και την ευθύνη του δημιουργού απέναντι στον λαό που υπηρετεί.
Στο τέταρτο μέρος της η μονογραφία ακολουθεί τον Καμπούρογλου στον 20ό αιώνα, καθώς συμμετέχει σε ζυμώσεις που αφορούν την εξόφληση ενός οικογενειακού για τον ίδιο γραμμάτιου: την ίδρυση του Εθνικού Θεάτρου. Την εποχή αυτή λαμβάνει μέρος στη δεξίωση του νατουραλισμού, μέσω της μετάφρασης από τον ίδιο του Χάουπτμαν για την κρατική σκηνή, ενώ ταυτόχρονα γράφει ένα κείμενο για τον μοιραίο φίλο του Περικλή Γιαννόπουλο.
Χωρίς αμφιβολία ο βίος του Καμπούρογλου (1852-1942) ενώνει όχι δύο αιώνες αλλά τα δύο ημίσεά τους. Ισως εδώ εντοπίζεται το ουσιαστικό κέρδος μας από την εργασία της Ριτσάτου. Στη σκιά λαμπρότερων ταγών της ίδιας εποχής, φιγούρες όπως του χαλκέντερου, νουνεχή και ευπροσήγορου «αναδρομάρη» Δημητρίου Γρ. Καμπούρογλου τίθενται στην υπηρεσία του ίδιου του πλαισίου, του «πεδίου» όπου έδρασε το έργο τους. Στις αρετές και στα ελλείμματά του ανιχνεύονται οι δυναμικές αλλά και τα όρια μιας εποχής που διαβαίνει κυριολεκτικά και μεταφορικά έναν αιώνα. Και αναδύονται προθέσεις και δράσεις που μελλοντικά χάρισαν στο οικοδόμημα του ελληνικού θεάτρου εσωτερικά υλικά, κρυμμένα ή λησμονημένα από το κονίαμα της σημερινής μνήμης ερείσματα.
Το μελέτημα ολοκληρώνεται με εξαντλητική βιβλιογραφία από μεγάλο εύρος αναφορών και χρηστικά ευρετήρια.
Με το παρόν βιβλίο μια προσωπικότητα βγαίνει από το ημίφως μιας εποχής για να φωτίσει πληρέστερα την εποχή της.
