ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρήστος Λάσκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Γιώργος Αργείτης είναι οικονομολόγος. Σε αντίθεση, όμως, με τους περισσότερους ομοτέχνους του είναι ευρύτερα πληροφορημένος, γνώστης, καλύτερα, αναφορικά με τις κοινωνικές επιστήμες. Αρα, δεν είναι «οικονομολόγος». Πράγμα εξαιρετικά καλό. Επιπλέον, γνωρίζει καλά τα αντικείμενα που διεξέρχεται. Γι’ αυτό τα βιβλία του είναι καλογραμμένα, εύληπτα και σύντομα, αλλά συμπεριληπτικά. Το τελευταίο συνιστά σπουδαία και σπάνια αρετή, ιδίως για τους μη ειδικούς αναγνώστες. Ο Αργείτης έχει το προσόν να γράφει ακόμη και για τα τεχνικά ζητήματα με όσο το δυνατόν μη τεχνικό τρόπο.

Ο στόχος τού υπό συζήτηση βιβλίου του είναι πολιτικός. Ενδιαφέρεται να δείξει έναν δρόμο για την, απολύτως εξημερωμένη, σοσιαλδημοκρατία, ώστε να ξαναγίνει χρήσιμη για τις κοινωνικές ομάδες τις οποίες κατεξοχήν θα έπρεπε να εκπροσωπεί πολιτικά.

Θεωρώντας, δε, πως η οικονομική θεωρία, που γίνεται αποδεκτή από τους πολιτικούς φορείς, αποτελεί καίριο προσδιοριστικό παράγοντα της πολιτικής τους στρατηγικής, αναλαμβάνει να διηγηθεί την ιστορία της σχέσης μεταξύ των σοσιαλιστικών πολιτικών οργανισμών και της «οικονομολογίας» που ενστερνίζονται. Με αυτόν τον τρόπο, το βιβλίο είναι και ένα είδος ιστορίας των οικονομικών ιδεών, από τον Μεσοπόλεμο μέχρι και σήμερα. Με τον Κέινς στο επίκεντρο.

Γιατί, όμως, ο Κέινς; Μα, γιατί είναι ο κατεξοχήν επιστήμονας που αποδιάρθρωσε την κυρίαρχη οικονομική τού laissez- faire και της αυτορρύθμισης των αγορών. Αντίθετα με τη γενική αποδοχή της ροπής του καπιταλιστικού συστήματος προς τη γενική ισορροπία, ο Κέινς ισχυρίστηκε πως η κύρια τάση είναι προς την αστάθεια και τις –πολύ οδυνηρές για την κοινωνική πλειονότητα– οικονομικές διακυμάνσεις. Αποδόμησε, επιπλέον, την ιδέα πως αυτές οι βαριές αρρώστιες του συστήματος εκφράζουν, σχετικά εύκολα, επιδιορθώσιμες «ατέλειες» της αγοράς.

Αρνήθηκε κατηγορηματικά πως τα καπιταλιστικά «οικεία κακά» οφείλονται σε εξωγενείς παράγοντες οι οποίοι, αν εξέλιπαν, θα είχαμε μια συνθήκη σχεδόν τέλειας αρμονίας. Η ανεργία, π.χ., θα εξαφανιζόταν αν οι εργαζόμενοι αποδέχονταν τον μισθό που «ορίζει» η αγορά. Αν «ορίζει» μισθό 200 ευρώ, θα πρέπει να γίνει αποδεκτό πως με αυτόν θα δουλεύουμε – και όλα θα πάνε καλά στον καλύτερο από τους δυνατούς κόσμους.

Η τοποθέτηση του Κέινς είναι ριζοσπαστική ακριβώς γιατί είναι ρεαλιστική, με την καλή έννοια. Γιατί, δηλαδή, βλέπει τον κόσμο όπως είναι και όχι όπως τον παρουσιάζουν τα εγχειρίδια των ορθόδοξων οικονομικών. Σε αυτά ξεκινάμε από αξιώματα –«αυτονόητες», δηλαδή, προτάσεις– και πάνω τους χτίζουμε παραγωγικά τη γνώση του οικονομικού κόσμου.

Δείτε μερικά από τα αξιώματα: Τα άτομα χαρακτηρίζονται από αμιγή ορθολογικότητα, η οποία καθορίζει πλήρως την οικονομική τους συμπεριφορά, που είναι εγγενώς ανταγωνιστική και μεγιστοποιητική. Οι αγορές λειτουργούν τελείως ανταγωνιστικά και, επομένως, οι τιμές και οι προσδοκίες που δημιουργούν είναι εξίσου τέλειες, όπως και η σχετική γνώση των δρώντων. Κι άλλα τέτοια…

Δεν τα λες κι αυτονόητα.

Ο Κέινς τα αρνείται ολοκληρωτικά και θεωρεί πως, βάσει αυτών, καμιά σοβαρή πολιτική δεν μπορεί να προκύψει.

Ισχυριζόμενος πως ο καπιταλισμός είναι δομικά «ανισόρροπος» και άδικος, αυτοπροσδιορίζεται ως φιλελεύθερος σοσιαλιστής. Που σημαίνει πως προτείνει έναν τύπο σοσιαλισμού μακριά από τον μαρξιστικό σοσιαλισμό, αλλά, πάντως, σοσιαλισμό. Μια νέα, δηλαδή, κοινωνική και οικονομική οργάνωση σε πλήρη αντίστιξη με τα ατομικιστικά και παρασιτικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού της «ελεύθερης» αγοράς.

Ο ριζοσπαστικός χαρακτήρας της παρέμβασης του Κέινς «νερώθηκε», με ακραίο τρόπο, από τις πολιτικές που συμβατικά ονομάστηκαν κεϊνσιανές μεταπολεμικά. Τόσο η νεοκλασική σύνθεση, που κυριάρχησε τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όσο και τα «νέα κεϊνσιανά» οικονομικά, που συνδέθηκαν με τον θατσερισμό με παντελόνια του «Τρίτου Δρόμου», η «νέα νεοκλασική σύνθεση» του ’80 και του ’90, εκδοχές οι οποίες καθόρισαν τις σοσιαλδημοκρατικές πολιτικές, έχουν πολύ μακρινή σχέση με τον Κέινς. Μιλώντας γενικά, πρόκειται για θεωρίες που δέχονται πως η εύνοια προς το κεφάλαιο είναι όρος για την ευημερία – άποψη κάθε άλλο παρά συμβατή με τη σκέψη του Κέινς. Η εκκίνηση αυτής της άποψης βρίσκεται στην αποδοχή βασικών αξιωμάτων της ορθόδοξης θεωρίας.

Ποια σχέση, αλήθεια, μπορεί να έχουν αυτές οι θεωρίες με την ιδέα του Κέινς πως πρέπει να επιτελεστεί «ευθανασία» του εισοδηματία και του τόκου, που τον ταΐζει πλουσιοπάροχα, πως οι επενδύσεις δεν μπορεί να επαφίενται στα κέφια και την ασχετοσύνη, πολλές φορές, των ιδιωτών, αλλά πρέπει να κοινωνικοποιηθούν, ότι η κίνηση του χρηματικού κεφαλαίου δέον είναι να ελέγχεται αυστηρά, πως ο πλούτος πρέπει να φορολογείται γενναία, ότι η πλήρης απασχόληση είναι ο πρώτος στόχος της οικονομικής πολιτικής; Καμία, απολύτως.

Η ευρέως διαδεδομένη άποψη πως, σύμφωνα με τον Κέινς, η κατάλληλη διαχείριση της συνολικής ζήτησης μπορεί να αντιμετωπίσει την ανεργία είναι εντελώς εσφαλμένη. Αντιστοιχεί στα μεταπολεμικά ψευδο-κεϊνσιανά οικονομικά, τα οποία θεωρούσαν πως μια σωστή διαχείριση της συνολικής ζήτησης προκαλεί διάχυση των οφελών από τα κέρδη προς τις επενδύσεις και από την οικονομική μεγέθυνση προς την απασχόληση και τους μισθούς.

Εντελώς αντίθετα προς τον Κέινς, για τον οποίο «η οικονομική αποτελεσματικότητα και η μεγέθυνση είναι συνάρτηση του όγκου της απασχόλησης» (σελ. 195), που αποτελεί την ανεξάρτητη μεταβλητή. Με απλά λόγια, πρώτα αυξάνεται η απασχόληση και ακολουθούν τα υπόλοιπα. Μια αποτελεσματική πολιτική, λοιπόν, στοχεύει στο κενό της ζήτησης εργασίας και όχι στο παραγωγικό κενό. Το δεύτερο θα αντιμετωπιστεί στο μέτρο που αντιμετωπίζεται το πρώτο και όχι αντίθετα. Το κράτος, λοιπόν, είναι υποχρεωμένο να λειτουργεί ως «εργοδότης ύστατης καταφυγής», κατά την έκφραση του Minsky.

Μια μικρή μόνο ιδέα έδωσα από το βιβλίο, το οποίο, μεταξύ άλλων, μας μαθαίνει πλούσια οικονομικά γράμματα. Και δείχνει γιατί η σοσιαλδημοκρατία απέτυχε οικτρά ακριβώς επειδή έπαψε να είναι ριζοσπαστική.

Μια αντίρρηση μόνο έχω. Ο μαρξικός σοσιαλισμός, νομίζω, αδικείται σφόδρα. Οσο στρεβλά αντιμετωπίστηκε ο Κέινς άλλο τόσο και περισσότερο αυτό ισχύει για τον Μαρξ.

Αλλωστε, νομίζω, οι γνήσιες κεϊνσιανές προτάσεις οικονομικής πολιτικής είναι πολύ πιθανότερο να υιοθετηθούν από τη ριζοσπαστική μαρξιστική Αριστερά παρά από τη σοσιαλδημοκρατία. Θα επανέλθω.