ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Ευάγγελος Αυδίκος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η ιστορία λέει πως ο Ξέρξης, ο βασιλιάς των Περσών, που φιλοδόξησε να πατήσει πόδι στην Ευρώπη, διέταξε να μαστιγώσουν τον Ελλήσποντο και να αλυσοδέσουν τη θάλασσα, που αυθαδίασε φουρτουνιάζοντας.

Ποια ήταν αυτή που θα μπορούσε να μη λάβει υπόψη της την επιθυμία ενός απόλυτου μονάρχη;

Εξεστι τοις ανθρώποις να φορτώνουν τα αμαρτήματά τους σ’ αυτούς που δεν έχουν φωνή. Το ίδιο έπραξε και η μάνα στο δημοτικό τραγούδι. Στέκει αποσβολωμένη μπροστά στο ανήκουστο. Ο πόνος δεν έχει παρηγοριά. Βιώνεται ως πένθος. Ο πόνος γίνεται καρφί στην ψυχή και στο σώμα. Πώς να εξηγήσει το ανείπωτο; Πώς η μάνα να φορτωθεί, στην ψυχή της, αυτή τη συντριβή; Και τότε «Πετροβολάει τη θάλασσα και τροχαλάει το κύμα». Ο πόνος γίνεται κραυγή, πύρινη φλόγα. «Γιατί πουτάνα θάλασσα και πικροκυματούσα, / πώπνιξες το παιδάκι μου π’ άλλο παιδί δεν έχω».

Ομως, στο δημοτικό τραγούδι η θάλασσα αποκτά φωνή. Δεν αντέχει το βάρος του ανομήματος, εξεγείρεται με την άδικη κατηγορία. Οι άνθρωποι στο δημοτικό τραγούδι γνωρίζουν πως άλλοι είναι οι φταίχτες. «Δε φταίω γω η θάλασσα, δε φταίω γω το κύμα, μον’ φταίει ο πρωτομάστορας που φθιάνει τα καράβια, και τα πελέκαε φτενά και τα γυρίζει αέρας».

Θάλασσα, μια πρόκληση κι ένα υγροτάφιο. Θρέφει τη φιλοδοξία όσων ορέγονται περιπέτειες. Είναι η πρόκληση για τον άνθρωπο να ψαύσει τις καμπύλες της, να βιώσει την ηδονή της κατάκτησής της. Ενα εγχείρημα που γέννησε Κολόμβους.

Θάλασσα που κουβάλησε στις πλάτες της τα όνειρα και τις φιλοδοξίες. Αλλά και τα πλούτη των υπερπόντιων κτήσεων. Μαζί με τις οιμωγές των στοιβαγμένων στις κοιλιές των πλοίων, των απορριγμένων στις απέραντες φυτείες του νέου κόσμου.

«Θάλασσα μνήμη μαύρο μου ασήμι/ πάρ’ την καρδιά μου και κάν’ την μισή/ του ανέμου αγρίμι», τραγουδούσε η Μίλβα (Μικρούτσικος). Οι στίχοι της Λίνας Νικολακοπούλου αιωρούνται νοτιοδυτικά της Πύλου, μοιρολογώντας πάνω από τον αγεωμέτρητο βυθό που φάνηκε πιο ευσπλαχνικός από τα έργα των ανθρώπων. Οι στίχοι είναι ζυμωμένοι με αναπάντητα ερωτήματα αλλά και με οργή για την ελαφρότητα των ανθρώπων. Που είναι έτοιμοι, κάθε φορά, να αλυσοδέσουν τα κύματα και να μαστιγώσουν τη θάλασσα ως γενεσιουργό αιτία των πνιγμών.

Κι ο άνεμος σιωπά την ώρα που διαβαίνει από την περιοχή. Υστατος φόρος τιμής σ’ αυτούς που θυσιάστηκαν για τα χρυσία των Μινώταυρων κάθε εξουσίας. Από τον βυθό φτάνουν φυσαλίδες που μοιρολογάν τα πάθη των απορριγμένων. Μοιρολόγια για τη μοίρα όσων είναι αδύναμοι. Κι από τη στεριά φτάνει ξέψυχη η σπαρακτική φωνή του τραγουδιστή: «Ας ήταν μπορεσάμενο, τζ’ ας ήταν να μπορούσα να ‘ταν η θάλασσα στεριά, να την επερπατούσα».