Η Μπορούσια Ντόρτμουντ μπορεί να εκμεταλλευτεί την κρίση της Μπάγερν Μονάχου και να αναδειχτεί πρωταθλήτρια Γερμανίας για πρώτη φορά μετά το 2012. Ο λόγος είναι ο Τζουντ Μπέλιγχαμ, ο πιο ενδιαφέρων παίκτης της Μπουντεσλίγκα.
Ο Μπέλιγχαμ είναι ένας πλήρης μέσος. Μπορεί να ντριμπλάρει, να πασάρει, να σουτάρει και έχει έφεση στο σκοράρισμα. Η πρώτη του επαφή με την μπάλα είναι εξαιρετική – αυτό φάνηκε για άλλη μια φορά προσφάτως, στο γκολ του για το 1-0 επί της Αϊντραχτ Φρανκφούρτης. Είναι δυνατός σωματικά και ατρόμητος, επιβάλλεται στις μονομαχίες και κερδίζει την μπάλα. Δείχνει χαρακτήρα στον αγωνιστικό χώρο, δεν κρύβεται στα ένας εναντίον ενός με δυνατούς αντιπάλους και παίρνει ευθύνες στους σημαντικούς αγώνες, τόσο στον σύλλογό του όσο και στην εθνική του ομάδα, την Αγγλία.
Τα προσόντα του «διαφημίζονται» σε κάθε αγώνα, συμπεριλαμβανομένης της ήττας από την Μπάγερν στο Μόναχο στις αρχές Απριλίου. Δεν κατάλαβα γιατί έγινε αντικείμενο κριτικής μετά τον αγώνα. Οταν δεν παίζει, όπως στην ήττα από τη Λιψία στα προημιτελικά του Κυπέλλου Γερμανίας, η ομάδα του έχει εμφανώς λιγότερη ενέργεια. Η Ντόρτμουντ δεν έχει την πολυτέλεια να αγωνίζεται χωρίς αυτόν.
Ο Μπέλιγχαμ εξάπτει τη φαντασία των ποδοσφαιρόφιλων γιατί μια μέρα μπορεί να γίνει ποδοσφαιριστής παγκόσμιας κλάσης. Είναι μόλις 19 ετών, αλλά έχει εξελιχθεί πολύ. Στα 16 του χρόνια έδειξε την αξία του στην αγγλική Τσάμπιονσιπ, τώρα είναι πλέον ένας αξιόπιστος πρωταγωνιστής στην τρίτη του σεζόν στην Μπουντεσλίγκα. Ο Γκάρεθ Σαουθγκέιτ υπολογίζει σε αυτόν – στο Παγκόσμιο Κύπελλο του Κατάρ βρισκόταν στην αρχική ενδεκάδα της Αγγλίας σε κάθε αγώνα.
Είναι ίδιον των εξαιρετικών ποδοσφαιριστών το ότι εκδηλώνεται το φυσικό τους ταλέντο από πολύ νεαρή ηλικία. Δεν μου έρχεται στο μυαλό κάποιος παίκτης παγκόσμιας κλάσης την τελευταία 30ετία που δεν ξεχώρισε έντονα πριν από την ηλικία των 20 χρόνων. Αν αποδείξεις την αξία σου σε τόσο νεαρή ηλικία σε υψηλό επίπεδο, τότε έχεις ήδη ανοίξει τον δρόμο για ένα λαμπρό μέλλον. Ο Μπέλιγχαμ έχει ό,τι χρειάζεται για να αναλάβει ηγετικό ρόλο σε κορυφαία ομάδα της Ευρώπης για τα επόμενα 10-15 χρόνια.
Ο Μπέλιγχαμ έχει ήδη καθιερωθεί. Ομως, για να αξιοποιήσει το ταλέντο του στο έπακρο, πρέπει κάτι να συμβεί σύντομα. Γιατί διαβλέπω έναν κίνδυνο στον ορίζοντα: δεν έχει ακόμα ξεκαθαρίσει τον ρόλο του. Δεν έχει ακόμα εξελίξει το στιλ με το οποίο θα τον ξεχωρίζουν οι φίλαθλοι. Δεν είναι ακόμα σαφές το πώς καταλαβαίνει ο ίδιος τη θέση του στο γήπεδο.
Ο Μπέλιγχαμ μερικές φορές αναλαμβάνει περισσότερες υποχρεώσεις απ’ όσες πρέπει στην Ντόρτμουντ, καλείται να παίξει σε πολύ μεγάλο χώρο και κατόπιν ξεμένει από ενέργεια όταν πρέπει να κάνει τα βασικά. Το παιχνίδι του παρουσιάζει έλλειψη ξεκάθαρης αποστολής όταν κατέχει την μπάλα και έλλειψη ξεκάθαρης στρατηγικής συμπεριφοράς όταν πλησιάζει τον αντίπαλο που την κατέχει. Για παράδειγμα, στην ισοπαλία 3-3 με τη Στουτγάρδη, η ομάδα του προηγούνταν στις καθυστερήσεις και αυτός βρισκόταν στην επίθεση, ενώ κάποιοι συμπαίκτες του αμύνονταν στην περιοχή της Ντόρτμουντ. Η ισοφάριση από τη Στουτγάρδη ήρθε στο τελευταίο δευτερόλεπτο.
Από αυτή την άποψη, τα πράγματα είναι ευκολότερα για τους στόπερ ή τους σέντερ φορ, όπως ο Ερλινγκ Χόλαντ και ο Καρίμ Μπενζεμά. Η δική τους αποστολή είναι πιο σαφής. Ο Μπέλιγχαμ είναι μέσος, κάτι που απαιτεί ερμηνεία και βαθιά κατανόηση τού ποιος έχει ποιες αρετές και πώς να τις εντάξει στο παιχνίδι. Η μεσαία γραμμή σε αυτό το ομαδικό παιχνίδι έχει τη μεγαλύτερη πολυπλοκότητα. Οι τρεις παίκτες στις θέσεις 6, 8 και 10 πρέπει να βρουν τον καταμερισμό εργασίας που εξισορροπεί την επίθεση και την άμυνα. Μια εξίσωση που έλυσαν άριστα επί χρόνια ο Κασεμίρο, ο Λούκα Μόντριτς και ο Τόνι Κρόος στη Ρεάλ Μαδρίτης.
Οι παίκτες παγκόσμιας κλάσης χαρακτηρίζονται από το ότι η συνεισφορά τους στο παιχνίδι είναι βασικά πάντα η ίδια. Ο Κρόος, κεντρικός χαφ της Ρεάλ Μαδρίτης εδώ και μια δεκαετία, είναι το τέλειο παράδειγμα. Οι πάσες του, ο έλεγχος της μπάλας και ο τρόπος που βλέπει το γήπεδο είναι αλάνθαστα. Μοναδικές είναι επίσης οι κούρσες και οι ασίστ του Κέβιν ντε Μπρόινε, ο οποίος ακόμα εξελίσσεται. Γι’ αυτό ο Πεπ Γουαρδιόλα τον αφήνει να παίζει πιο κεντρικά φέτος απ’ ό,τι πριν από ένα-δύο χρόνια.
Επόμενο βήμα για τον Μπέλιγχαμ πρέπει να είναι το να περιληφθεί στο γκρουπ αυτών των κορυφαίων παικτών. Για να φτάσει τους απώτατους στόχους του, κάθε παίκτης χρειάζεται καθοδήγηση από έναν προπονητή με ενσυναίσθηση, που μπορεί να δώσει απαντήσεις στα κρίσιμα ερωτήματα: Τι βλέπω εγώ στον παίκτη αυτόν; Τι μπορεί να προσφέρει στο σύνολο; Πότε να δώσω προτεραιότητα στον νέο έναντι του έμπειρου; Ενας πολύ έμπειρος άνθρωπος, όπως ο Κάρλο Αντσελότι, θα μπορούσε να βρει τις σωστές απαντήσεις. Μερικές φορές είναι οι συμπαίκτες εκείνοι που σε βοηθούν σε αυτό το τελευταίο στάδιο εκπαίδευσης.
Στο Ντόρτμουντ, ο Μπέλιγχαμ έχει βρει όλα όσα είναι σημαντικά γι’ αυτόν. Μπορεί να παίζει κάθε εβδομάδα σε μια φιλόδοξη ομάδα μιας κορυφαίας λίγκας. Τον σέβονται και τον χρειάζονται. Και, ασφαλώς, θα μπορούσε να μείνει εκεί. Η Ντόρτμουντ είναι συνδιεκδικήτρια της Μπουντεσλίγκα, κερδίζει συχνά το Κύπελλο Γερμανίας και παίζει μόνιμα στο Τσάμπιονς Λιγκ. Ο σύλλογος εκπροσωπεί την Κοιλάδα του Ρουρ. Μάλιστα ο «κίτρινος τοίχος», το θεαματικό νότιο πέταλο των οπαδών της Ντόρτμουντ, ταυτίζεται με το παιχνίδι του Μπέλιγχαμ. Ο ίδιος, έχοντας μεγαλώσει στο Μπέρμιγχαμ, έχει περιγράψει το στιλ του ως αυτό «της εργατικής τάξης».
Για να γίνει όμως η Ντόρτμουντ το «σπίτι» του Μπέλιγχαμ μακροπρόθεσμα, τότε οι «κιτρινόμαυροι» πρέπει να σταματήσουν να είναι απλώς ο καταλύτης για νεαρούς ταλαντούχους παίκτες. Οταν κατέφτασε ο Ερλινγκ Χόλαντ, ήταν εμφανές ότι σύντομα θα έφευγε. Ο Μανουέλ Ακάνζι, ως παίκτης της Ντόρτμουντ, «ξύπνησε» το ενδιαφέρον της Πρέμιερ Λιγκ και κατόπιν έμαθε στρατηγική άμυνα στη Μάντσεστερ Σίτι. Το όνομα του Μπέλιγχαμ έχει ήδη συνδεθεί με άλλους συλλόγους.
Η Μπουντεσλίγκα είναι οικονομικά δυνατή, τραβάει την προσοχή της υφηλίου και αποτελεί ελκυστική σκηνή για τους ταλαντούχους παίκτες, που τη χρησιμοποιούν για να δοκιμαστούν για άλλους συλλόγους. Ομως ένας σύλλογος γίνεται πραγματικά μεγάλος μόνο όταν έχει έναν βασικό κορμό ποδοσφαιριστών που με τα χρόνια γίνονται παγκόσμιας κλάσης και διαμορφώνουν την ταυτότητα της ομάδας. Η Ντόρτμουντ το έπραξε αυτό σωστά από το 2008 και μετά, υπό την καθοδήγηση του Γιούργκεν Κλοπ. Κατόπιν κατέκτησε το πρωτάθλημα δύο φορές, το 2011 και το 2012.
Στη Γερμανία, η παράκαμψη από τον ιδανικό αυτό δρόμο γίνεται συνεχώς, όχι πάντα λόγω ανάγκης, αλλά και ηθελημένα. Ετσι εξηγείται γιατί η Μπουντεσλίγκα χάνει έδαφος. Αυτό όμως είναι θέμα για ξεχωριστή στήλη…
* Ο Φίλιπ Λαμ, Γερμανός πρώην διεθνής ποδοσφαιριστής, αρχηγός της πρωταθλήτριας κόσμου 2014, είναι ο διευθυντής της Οργανωτικής Επιτροπής του EURO 2024 που θα φιλοξενήσει η χώρα του
Τα κείμενα του Φίλιπ Λαμ εμφανίζονται τακτικά στην «Εφημερίδα των Συντακτών». Είναι μια παραγωγή σε συνεργασία με τον Oliver Fritsch του γερμανικού περιοδικού «Zeit Online» και δημοσιεύεται σε πολλές εφημερίδες και περιοδικά της Ευρώπης, μεταξύ των οποίων: Gazeta Wyborcza (Πολωνία), Denník N (Σλοβακία), Guardian (Αγγλία), Sport (Τσεχία), La Repubblica (Ιταλία), Telesport (Κροατία), Politiken (Δανία), Voetbalmagazine (Βέλγιο), L’Équipe (Γαλλία), Delo (Σλοβενία), Tribuna (Ουκρανία & Λευκορωσία), Haaretz (Ισραήλ), Sports Daily (Ρωσία), El País (Ισπανία), Expresso (Πορτογαλία), Aftonbladet (Σουηδία), Makfudbal (Βόρεια Μακεδονία), Postimees (Εσθονία), Verdens Gang (Νορβηγία), 444 (Ουγγαρία), Irish Times (Ιρλανδία), Lead (Ρουμανία), Morgunblaðið (Ισλανδία), Sankt-Petersburgskie vedomosti (Ρωσία), Gazeta Sheshi (Κόσοβο), Times of Malta (Μάλτα), Ilta-Sanomat (Φινλανδία)
