Ενας λόγος των τεράστιων δυσκολιών να συντονίσουμε τις διάφορες εκδηλώσεις μιας συγκεκριμένης κοινωνίας σε μια ιστορική περίοδο βρίσκεται στο γεγονός ότι διάφορα στρώματα της πραγματικότητας που καθορίζουν την ιστορία των ανθρώπων ή μέσα σ’ αυτήν μεταμορφώνονται, αλλάζουν με εξαιρετικά διαφορετικούς ρυθμούς∙ και μια σημαντική διαφοροποίηση στους ρυθμούς της αλλαγής βρίσκεται ακόμη και στις ανθρώπινες εκδηλώσεις, όπως η γλώσσα, η θρησκεία, η επιστήμη, η τεχνολογία, η πολιτική ιδεολογία, η τέχνη κ.λπ.
Οταν παράγεται μια σημαντική αλλαγή στις οικονομικές δομές και στις ταξικές σχέσεις, ή λόγω αργής ωρίμανσης ή λόγω μιας πιο εμφανούς επαναστατικής ρήξης, η κουλτούρα δεν υφίσταται μια ανάλογη διαδικασία: η αλλαγή γίνεται αντιληπτή περισσότερο εκεί που είναι η γνώση της κοινωνίας και της ανθρώπινης ιστορίας και πολύ λιγότερο στην κουλτούρα που περιστρέφεται γύρω από τη σχέση φύση-άνθρωπος (και από εδώ η σχετική σταθερότητα των θρησκειών), περισσότερο στην κουλτούρα ως «αξιολόγηση» και πολύ λιγότερο ως «διαπίστωση» των δεδομένων (και γι’ αυτό στην επιστήμη και στην τεχνολογία οι διαφορές ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό δεν θα μπορούσαν να είναι μεγάλες).
Η συζήτηση αυτού του προβλήματος είναι σύνθετη∙ θα ήθελα όμως εδώ να σημειώσω ότι μόνο στις αλλαγές της ανθρώπινης κοινωνίας ισχύει μια αρχή που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «οικονομία της προσπάθειας»: αν μια κοινωνία αλλάζει τις οικονομικές δομές της και τις ταξικές της σχέσεις, αναζητά να αλλάξει μόνο τα απολύτως απαραίτητα και να χρησιμοποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερο εκείνα που σε προηγούμενες εποχές είχε ήδη παραγάγει.
Κι αυτό είναι πεντακάθαρο κυρίως στη γλώσσα: δεν αληθεύει ότι η γλώσσα είναι ένα ουδέτερο εργαλείο, ανεξάρτητο από τις κοινωνικές αλλαγές: η επικράτηση μιας νέας κυρίαρχης τάξης μπορεί, ώς έναν βαθμό, να αλλάξει το λεξιλόγιο και τη σύνταξη, αλλά μόνο ώς έναν βαθμό, που μπορεί να είναι ελάχιστος.
Η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από την αστική τάξη και η καταστροφή, περισσότερο ή λιγότερο αργή, της φεουδαρχίας επηρέασαν τις θρησκείες, κυρίως στην αρχή, αλλά μόνο σε μια ελίτ διανοουμένων∙ αργότερα η αστική τάξη βρήκε μια εύκολη συμβίωση με τις παραδοσιακές θρησκείες και βρήκε ισχυρά στηρίγματα στην εξουσία της. Αυτή η αρχή περιορίζει σημαντικά την ώθηση σε αλλαγές και στην πρόοδο της κοινωνίας και ειδικά του πολιτισμού. Η συνύπαρξη κοινωνικών και πολιτικών νέων στοιχείων δεν αποτελεί ένα τυχαίο προσάρτημα: πρέπει να υπάρχει και ένας λόγος που την αναζητά και την καθιστά ικανή κι αυτός ο λόγος είναι η ισορροπία, λίγο ή πολύ σταθερή, της ίδιας της κοινωνίας.
*Ομότιμος καθηγητής ΑΠΘ
