ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρύσα Φάντη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Η προθεσμία του νερού είναι ο τίτλος του τρίτου πεζογραφικού βιβλίου της Γιούλης Αναστασοπούλου [έχουν προηγηθεί η νουβέλα Ψυχή στην Κούλουρη (2011) και η συλλογή διηγημάτων Τι συμβαίνει με τα βατόμουρα (2016)]· τίτλος κρυπτικός και αμφίσημος, που θα μπορούσε να είναι ειρωνικός, αν δεχτούμε ότι αναφέρεται σ’ ένα στοιχείο που από τη φύση του ρέει και ως εκ τούτου δεν μπορεί να περιοριστεί ούτε και να τεθεί «υπό προθεσμία»· τίτλος απειλητικός, αν υποθέταμε ότι πρόκειται για την προθεσμία που το ίδιο το νερό μας θέτει· αλληγορικός, εφόσον συμφωνούμε ότι ο κίνδυνος από την έλλειψή του μπορεί κάλλιστα να ταυτίζεται με τον χρόνο της ύπαρξης που μας απομένει.

Πρόκειται για δεκατέσσερα ευσύνοπτα διηγήματα στα οποία η γραφή με τρόπο εξομολογητικό και συγκρατημένα περιπαιχτικό δείχνει να πατά στον ρεαλισμό για να φτάσει στο ανοίκειο, επικουρούμενη από μια θεματική και μια γλώσσα που θυμίζει ποιήματα της Τζόις Μανσούρ· γλώσσα υγρή, βίαιη, ορμητική, με πολλά κινηματογραφικά πετάγματα, λυρικές εκφάνσεις και μεταφορές οι οποίες εστιάζουν στις αισθήσεις για να καταλήξουν σ’ έναν ξέφρενο, ωμό ερωτισμό και μια παράδοξη σωματικότητα, αναδεικνύοντας την εγγύτητα αλλά και το χάος που ανοίγεται ανάμεσα σε έναν άντρα και μια γυναίκα, ανάμεσα στον χρόνο της ερωτικής έξαρσης και εκείνον της συντριβής.

Στην ανά χείρας συλλογή, πέρα από την τόλμη της επινόησης και τον τρόπο με τον οποίο η συγγραφέας χειρίζεται τη γλώσσα, ενδιαφέρον παρουσιάζει και ο κεντρικός άξονας πάνω στον οποίο κινούνται οι αφηγήσεις της, με τα επιμέρους μοτίβα να γέρνουν επίμονα προς την πλευρά μιας αποκαλυμμένης θηλυκότητας, η τραγικότητα της οποίας συχνά αγγίζει το μαύρο παραμύθι και το γκροτέσκο.

Στο πρώτο κατά σειρά διήγημα, με τον τίτλο «Σάρκα», η ερωτική απόγνωση και η παράφορη ανάγκη μιας γυναίκας για αποδοχή θα την ωθήσουν στον ακρωτηριασμό και τη μακάβρια σήψη της ίδιας της σάρκας της –μια σάρκα μέσ’ από την οποία έδινε αλλά και εισέπραττε τον έρωτα και την ηδονή–, ενώ στο αμέσως επόμενο διήγημα με τον τίτλο «Ατμός», μια άλλη περσόνα, όχι λιγότερο απελπισμένη και ανώνυμη, στη σχέση της με τον παντρεμένο εραστή της, δεν σταματά να σκέφτεται το κορμί του διερωτώμενη για το πού μπορεί να βρίσκεται τώρα η οσμή της κι «αν θα ένιωθε καλά μέσα στο μαξιλάρι του μαζί με τα ισχυρά απορρυπαντικά του σπιτιού του, ή μέσα στον χαρτοφύλακά του σαν να ήταν μέρος κάποιας παλιάς αλληλογραφίας, ή μέσα στις κάλτσες του, στο φθαρμένο σημείο της φτέρνας».

Στο αμέσως επόμενο διήγημα με τον τίτλο «Στόμιο», μια άλλη μυστηριώδης ύπαρξη που ακούει στο όνομα «Αβελε» θα χώσει στον πρωκτό ενός Κέιν όλη τη χούφτα της «μέχρι να δει το μουτράκι του Κέιν να τσαλακώνεται και να γίνεται μια μάζα αίματος, μια ταλαιπωρημένη μάζα που μοιάζει να πεθαίνει, γιατί μόλις γεννήθηκε», ενώ στο κάπως πιο εκτενές διήγημα με τον χαρακτηριστικό τίτλο «Πηγάδι», το γυναικείο βλέμμα θα είναι «ένα πηγάδι με πράσινο νερό που, όταν κάποιος σκύψει και πιαστεί από το στόμιο, ουρλιάζει», ωστόσο «κανείς δεν μπορεί να ξέρει για το πηγάδι και το νερό» έξω από αυτό το βλέμμα.

Τολμηρό και έκκεντρο, χωρίς ωστόσο να καταντά αστήρικτα προπετές, το σύμπαν της Αναστασοπούλου, στο σύνολό του, μοιάζει με αυτό το υγρό, ανάποδο βλέμμα, αντανάκλαση μιας νεο-παγανιστικής πραγματικότητας όπου τα πιο άγρια ένστικτα κατισχύουν των προταγμάτων του πολιτικά ορθού και λελογισμένου· κόσμος φροϋδικός όπου κυριαρχούν ο σαδομαζοχισμός και ο κανιβαλισμός, πρωτόγονα τρυφερός και αθεράπευτα υποταγμένος στις έξεις και στις ενορμήσεις του, σκληρός, ακανθώδης, παθιασμένος και ασύστολος, αηδιασμένος αλλά και με έναν άλλο τρόπο χλευαστικός και αποστασιοποιημένος.

Ενας κόσμος όπου η θηλυκότητα, περικυκλωμένη από τη σκοτεινιά ενός αλλόκοτου μαύρου διάκοσμου, άλλοτε καταποντίζεται κι άλλοτε καταφέρνει να προχωρήσει πέρα από το καλό και το κακό, ενδίδοντας στην ηδονή της λαγνείας και στο αίτημα της αγάπης.