Η ανάγκη για αλλαγή πορείας εξαρτάται από τη στασιμότητα που προηγήθηκε αυτής. Αυτό ισχύει τόσο σε προσωπικό όσο και σε συλλογικό επίπεδο, τόσο σε ιδεολογικό-θεωρητικό όσο και σε πρακτικό, τόσο στον έρωτα όσο και στη ζωή.
Κάθε τι καινούργιο, λοιπόν, το αντιμετωπίζουμε με την ίδια έξαψη που ζει κανείς έναν έρωτα αργοπορημένο: σαν να είναι ο πρώτος.
Η στασιμότητα και η έλλειψη συντροφικότητας κάνουν ακόμα και τους βετεράνους της ζωής και των ερώτων να μοιάζουν σαν άπειρα σχολιαρόπαιδα στο πρώτο τους ραντεβού. Και τώρα τι κάνουμε; Γιατί προχωράμε αν τα βήματά μας, τελικά, τόσα χρόνια, μας γυρνάνε πάλι στα ίδια και στα ίδια; Η κίνηση είναι πρόοδος ή απλά γυρνάμε όλοι γύρω από τον εαυτό μας εσαεί, με αποτέλεσμα από το πολύ γύρω-γύρω να σκάβουμε λαγούμια να κρυφτούμε;
Ο Πεσόα στο «Βιβλίο της Ανησυχίας» πρέπει να βρισκόταν σε παρόμοιο αδιέξοδο: «Γιατί γράφω, αν δεν μπορώ να γράψω καλύτερα;». Αν όμως τα παρατήσουμε, τι θα απογίνουμε; Η σιωπή είναι λύση; Η μη δράση συνιστά δράση; Οχι, αγαπημένε μου Πεσόα. Το να αναζητάμε συνεχώς την πρωτιά παρά τον αγώνα είναι καπιταλιστικό κατάλοιπο. Γιατί αυτό που έχει σημασία στον καπιταλισμό είναι ότι κάποιος κατάφερε κάτι. Το πώς το κατάφερε και πάνω σε ποια πτώματα πάτησε δεν αφορά κανέναν. Μη σου πω πως αυτή η κουβέντα είναι γι’ αυτούς ντεμοντέ, όπως και τόσες άλλες που δεν τους συμφέρουν.
Δεν θέλω να αναλωθώ σε πολιτικές κουβέντες, αναλύσεις και κριτικές περί του τι θα γίνει στις επόμενες εκλογές, αν θα υπάρξει αυτοδυναμία, παντοδυναμία ή οτιδήποτε άλλο σε -ία. Απ’ ό,τι φάνηκε «στο βάθος το ζηλεύουμε αυτό που ρεζιλεύουμε».
Μπήκε καλοκαίρι. Ας σταματήσουμε να μιλάμε με τους φίλους και τους αγαπημένους μας όταν βρισκόμαστε για ό,τι δεν θέλουμε.
Ας δώσουμε αξία σε αυτά που έχουν σημασία για μας, όσο ντεμοντέ κι αν ακούγεται και αυτό: Στα όμορφα ηλιοβασιλέματα, στα απογεύματα στα πάρκα της Αθήνας, στις εξορμήσεις μικρές ή μεγάλες, στις αγκαλιές, στα φιλιά, στα πολύχρωμα ξημερώματα, στους ανθρώπους που μας ταιριάζουν, σε αυτούς που ταιριάζουμε και σε αυτούς που θα θέλαμε να ταιριάξουμε, στα θερινά σινεμά, στις μπίρες στα σκαλάκια, στα μπαρ της πόλης, στα αρμυρίκια που μας έκαναν σκιά για να διαβάσουμε τα αγαπημένα μας βιβλία, στα αγαπημένα μας βιβλία…
Ξέρω πως πολλοί θα τα βρουν όλα αυτά ανόητα και ονειροπόλα. Αλλά πάντα είχα μια προτίμηση στους ονειροπόλους ανθρώπους παρά στους εξυπνάκηδες. Ισως έτσι εξηγείται που από παιδί δεν ήθελα τους ήρωες σαν τον Ισνογκούντ, αλλά αγαπούσα εκείνους σαν τον Δον Κιχώτη. Μπορεί να πολεμούσε ανεμόμυλους αλλά, τουλάχιστον, δεν ήθελε να γίνει ανεμόμυλος στη θέση του ανεμόμυλου. Κι αυτό, όσο ντεμοντέ κι αν φαίνεται, συνιστά μια ξεκάθαρη πολιτική επιλογή.
