«Σωριασμένος σε μια καρέκλα, στη νεκρή γωνία της κοινόχρηστης αίθουσας, ο Φρανκ δείχνει να επανέρχεται σαν ύστερα από έντονη προσπάθεια. Η εμφάνισή του, που θυμίζει Χριστό, παραπέμπει μεμιάς σε εικόνες αποκαθήλωσης – κεφάλι γερτό, μαλλιά ώς τους ώμους, χέρια κρεμασμένα ανοιχτά, γυμνά πόδια με πολύ μακριά νύχια, καθαρό βλέμμα που σαρώνει τον χώρο, τυλίγει αντικείμενα και ανθρώπους με την ίδια γλύκα, κινήσεις επιβραδυμένες υπό την επίδραση των φαρμάκων και του εγκλεισμού, ή ίσως κι εξαιτίας μιας άπειρης επιφυλακτικότητας».
Το βιβλίο «Στην τρέλα» της Γαλλίδας συγγραφέα Τζόι Σορμάν -κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις σε μετάφραση Αριάδνης Μοσχονά- είναι ένα από τα πιο «δυνατά χαρτιά» στη φετινή μεταφρασμένη λογοτεχνία. Τόσο για το περιεχόμενό του όσο και για το λογοτεχνικό αποτύπωμα της Σορμάν, η οποία κάθε Τετάρτη, και για έναν ολόκληρο χρόνο, επισκεπτόταν το «περίπτερο 4Β» ενός ψυχιατρείου προσπαθώντας να κατανοήσει την τρέλα: «Για έναν χρόνο κάθε Τετάρτη, μου είχε χορηγηθεί η άδεια να κυκλοφορώ ελεύθερα στο περίπτερο 4Β, που περιλαμβάνει δώδεκα κλίνες και ένα δωμάτιο απομόνωσης. Δυο διάδρομοι διαχωρίζουν επίσης ένα αναρρωτήριο, μια μικρή αίθουσα ανάπαυσης για το νοσηλευτικό προσωπικό, τα γραφεία των ψυχιάτρων, της ψυχολόγου, του στελέχους υγείας, ένα δωμάτιο στενάχωρο, κεντρικό και τζαμωτό ωστόσο, όπου γίνεται η διανομή των φαρμάκων, και μια κοινόχρηστη αίθουσα για τα γεύματα και τις δραστηριότητες, που βγάζει στον κήπο».
Η Σορμάν δεν μας προσφέρει μια θέση στην κλειδαρότρυπα αλλά μια θέση μέσα στο δωμάτιο, μέσα στην καθημερινή ζωή των ασθενών και των φροντιστών τους που προσπαθούν να ζήσουν μαζί και να διατηρήσουν έναν δεσμό μεταξύ τους. Και βέβαια οι δεύτεροι προσπαθούν να κρατήσουν τους εαυτούς τους, και τους ασθενείς, στην πραγματικότητα. Πράγμα καθόλου εύκολο. Οι έξοδοι απαγορεύονται ή ελέγχονται αυστηρά, λόγω έλλειψης πόρων ή προσωπικού, οι ασθενείς «σε κίνδυνο» χρειάζονται συνεχή παρακολούθηση. Πίσω από βαριές διαγνώσεις όπως σχιζοφρένεια, διπολικότητα, άγχος, παραισθήσεις, παραλήρημα, ψύχωση, κρύβονται ονόματα, πρόσωπα, που η συγγραφέας προσπαθεί επιτυχώς να μας σκιαγραφήσει. Κάποιοι μένουν για λίγο, άλλοι φεύγουν και επιστρέφουν, έχοντας αναπτύξει μια μορφή εθισμού στο ψυχιατρείο.
Οι σύγχρονες κοινωνίες είναι ακόμη αμήχανες απέναντι στους ψυχικά άρρωστους ανθρώπους. Βιβλία σαν κι αυτό όπου «μιλούν» αυτοί που μένουν μέσα σε αυτή την υγειονομική φυλακή είναι απαραίτητα. Κάποιοι από το νοσηλευτικό προσωπικό γνώρισαν τη χρυσή εποχή της ψυχιατρικής, την εποχή που κεντρικό ρόλο στη διάγνωση έπαιζε η σχέση του γιατρού με τον ασθενή ο οποίος ήταν μια ξεχωριστή περίπτωση και όχι ακόμα ένας αριθμός. Ολοι όμως σ’ αυτό το βιβλίο μας μιλούν σήμερα για τη μεγάλη αλλαγή, όπου το λογισμικό υπερισχύει του χρόνου που παρέχεται στον ασθενή, όπου η αλληλεπίδραση αντικαθίσταται από σφραγίδες που ακινητοποιούν και εκμηδενίζουν κάθε θέληση για βελτίωση, όπου η χρόνια υποστελέχωση οδηγεί σε ενίοτε επικίνδυνες και εξαντλητικές καταστάσεις σε καθημερινή βάση. Εχουμε καταλήξει να φτιάξουμε υγειονομικά συστήματα που σκοπό έχουν μόνο την κερδοφορία, αδιαφορώντας πλέον για τους ασθενείς. Μια θλιβερή διαπίστωση που δυστυχώς ισχύει για πολλούς τομείς. Το μεγαλύτερο βάρος βέβαια υφίστανται οι πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες.
Η Εύα, μία από τις ψυχιάτρους, λέει: «Περισυλλέγουμε επίσης τους μετανάστες μετά τις αδιανόητες διαδρομές τους, και τώρα μας ζητούν να αναλάβουμε επιπροσθέτως τους ριζοσπαστικοποιημένους, τους τζιχαντιστές που επιστρέφουν, να διασταυρώσουμε τους φακέλους νοσηλείας τους με τους φακέλους της Δικαιοσύνης, κόντρα στο ιατρικό απόρρητο. Ο κόσμος έχει ξεχαρβαλωθεί, και ξεφορτώνονται σε εμάς όλους τους ανεπιθύμητους, ακόμη και οι γενικοί γιατροί, εκνευρισμένοι ή σε αδιέξοδο, μας στέλνουν κατευθείαν τους ασθενείς τους όταν δεν κατανοούν τις παθήσεις τους – με το που δεν προκύπτει κάποια σαφής σωματική εξήγηση, είναι για εμάς, είναι ψυχιατρικό! Βρισκόμαστε εν μέσω αντικρουόμενων απαιτήσεων, μας στέλνουν ορδές καταθλιπτικών ενώ ταυτόχρονα μας χαρακτηρίζουν πολυέξοδους, μας κατηγορούν ότι νοσηλεύουμε για ψύλλου πήδημα αλλά δεν ανοίγουν θεραπευτικές μονάδες απ’ έξω».
Το «Στην τρέλα» όμως δεν είναι μόνο ένα βιβλίο με μαρτυρίες, είναι κυρίως μια μυθιστορηματική αφήγηση ενός κόσμου που δεν ξέρουμε ή δεν τολμάμε να μάθουμε. Η ενσυναίσθηση της Σορμάν απέναντι στους αρρώστους, η λογοτεχνική ποιότητα με την οποία τους προσεγγίζει και η στοχαστική της παρατήρηση συντελούν στο να έχουμε σήμερα στα χέρια μας ένα βιβλίο πραγματικά ακριβό. Ακριβό λογοτεχνικά, που αφήνει ένα ισχυρό αποτύπωμα μέσα μας εξηγώντας πράγματα και καταστάσεις που μας τρομάζουν.
