Κάθε που πλησιάζουν εκλογές, τα κανάλια παίζουν κλασικές ελληνικές ταινίες που σατιρίζουν τις εκλογές, το εκλογικό σύστημα, τους βουλευτές κ.λπ. Και σε έντυπα, ιστοσελίδες ή οπουδήποτε αλλού βλέπουμε να φιλοξενούνται δημοσιεύματα που αναφέρονται νοσταλγικά σ’ αυτές τις ταινίες, σ’ αυτούς τους ηθοποιούς και κυρίως σ’ αυτές τις ατάκες, όπως π.χ. στην ιστορική πια «Μαύρο στον Μαυρογιαλούρο και μαύρο δαγκωτό, το λέει και το όνομά του, το ζητάει και ο οργανισμός του»…
Δεν το ψάχνω όμως παραπάνω το θέμα γιατί οι μεν υποστηρικτές των ταινιών δεν ξέρουν και πολλά γι’ αυτές, απλώς τις εκμεταλλεύονται «επικαιρικά», οι δε εχθροί τους τις περιφρονούν ως πολύ ελαφρές και επιφανειακές. Ας ρίξουμε λοιπόν μια ματιά σ’ αυτές τις ταινίες και την εποχή τους παίρνοντας τα πράγματα με τη σειρά…

Πρέπει να ξέρετε ότι από το 1936, που επιβλήθηκε η δικτατορία του Μεταξά, έως το 1974, με το φινάλε της χούντας, την πιο σκληρή και άγρια λογοκρισία απ’ οτιδήποτε άλλο τη γνώρισε ο ελληνικός κινηματογράφος. Και αυτό γιατί οι ταινίες ήταν πολύ ακριβές για να γίνουν ακόμα και στην πιο φτηνή τους εκδοχή. Γιατί; Διότι είχαν ανάγκη οι παραγωγοί την ταμπέλα που έγραφε «κατάλληλον» για να προβληθεί μια ταινία και διότι μέχρι τότε το σενάριο περνούσε από χίλια κόσκινα. Ακόμα κι όταν τελείωνε η ταινία ξαναπέρναγε από επιτροπές επί επιτροπών και όχι μόνο βέβαια για πολιτικά θέματα. Παράδειγμα;

«Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός» κρίθηκε ακατάλληλη γιατί μιλούσε για μια συζυγική απιστία ενώ το «Δόλωμα» επίσης ακατάλληλο γιατί η Αλίκη δούλευε σε μαγαζί της Τρούμπας. Μια επιθεώρηση, ένα θεατρικό έργο, ακόμα και ένα βιβλίο ή μια ποιητική συλλογή περνούσαν από λογοκρισία. Τα πράγματα βέβαια μπορούσαν και να «μπαλωθούν» με διάφορους τρόπους. Ασε που τίποτα απ’ όλα αυτά δεν τα επισήμαιναν και πολλοί τότε, σε μια Ελλάδα μόλις 8 εκατομμυρίων κατοίκων, οπότε αυτομάτως το σινεμά, χωρίς να το παραδέχεται κανείς, ήταν ισχυρότατο.
Αλλά να ξεκαθαρίσουμε καταρχάς κάτι: ότι η πλειονότητα αυτών των «εκλογοκεντρικών» ταινιών που βλέπουμε τέτοιες μέρες, γυρίστηκαν ή επί Πλαστήρα ή επί Ενώσεως Κέντρου όταν τα πράγματα ήταν λίγο πιο λάσκα που λένε.
Τα περισσότερα από αυτά τα σενάρια προέρχονταν βέβαια από θεατρικά έργα, αλλά σίγουρα τα καλύτερα τα γύρισε ο Φίνος που, αντίθετα με ό,τι πιστεύουν πολλοί, δεν ήταν δεξιός αλλά βενιζελικός -άλλωστε η μοναδική εφημερίδα που φαίνεται σε φωτογραφία να κρατάει και να διαβάζει είναι το «Εθνος».

Φυσικά ο Σακελλάριος με τον Γιαννακόπουλο και ο Ψαθάς ξεχωρίζουν σ’ αυτή την κατηγορία, όμως τη μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία απ’ όλες αυτές την έχει το πρωτότυπο σενάριο που έγραψαν ειδικά για το σινεμά ο Ασημάκης Γιαλαμάς και ο Κώστας Πρετεντέρης και ήταν βέβαια το «Τζένη-Τζένη» (1966).
Νωρίτερα, το 1963, με την άνοδο της Ενώσεως Κέντρου, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ανέβασε στο θέατρο το «Υπάρχει και φιλότιμο» των Σακελλάριου – Γιαννακόπουλου που έκανε πάταγο. Ετσι έγινε και ταινία και είναι η γνωστή λατρεμένη ταινία από τη Φίνος Φιλμ. Πόσοι, όμως, γνωρίζουν πως ως θεατρικό έργο είχε ανεβεί για πρώτη φορά από το Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν τον Ιούνιο του 1950 με τίτλο «Ανώμαλος προσγείωσις» κι ότι τότε τον Μαυρογιαλούρο τον έπαιζε ο Βασίλης Διαμαντόπουλος;

Στο πρόγραμμα εκείνης της παράστασης, μάλιστα, ο Σακελλάριος με τον Γιαννακόπουλο έγραφαν πως δεν είναι δυνατόν να κυβερνάνε την Ελλάδα άνθρωποι από το μπαρ της «Μεγάλης Βρετανίας»! Είχαν όμως περάσει μόνο 10 μήνες από τη λήξη του Εμφυλίου και ο κόσμος δεν πήγε να δει το έργο στο θέατρο. Παρ’ όλα αυτά είναι αξιοσημείωτο πως από το 1935 έως το 1950 η Ελλάδα δεν είχε εκλογές, ούτε πολιτική ζωή που θα επέτρεπε συνειρμούς στον θεατή μιας τέτοιας σάτιρας. Πώς και έμειναν στο μυαλό τον ανθρώπων, τόσες γενιές μετά, τόσες κακές αναμνήσεις που να τη δικαιολογούν; Εν μέσω Εμφυλίου βέβαια, το 1948, ο κόσμος είχε προτιμήσει το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» που μιλούσε για τη λήθη και για την εθνική ομόνοια.

Ομως το 1954, πέντε χρόνια μετά τη λήξη του Εμφυλίου, «Ο Θανασάκης ο πολιτευόμενος», που είχε πρωτοανεβεί στο Θέατρο Κοτοπούλη, γυρίστηκε σε ταινία και το «Ζητείται ψεύτης», γυρισμένο δώδεκα χρόνια μετά τον Εμφύλιο, χάλασε κόσμο.
Βέβαια στην κατηγορία αυτών των ταινιών δεν πρέπει να μπαίνουν μόνο αυτές που μιλάνε συγκεκριμένα για εκλογές, βουλευτές κ.λπ., αλλά και όσες σατίριζαν και στηλίτευαν όλο το πολιτικό κατεστημένο εκείνης της εποχής. Θυμηθείτε τον «βουλευτή Καλοχαιρέτα» που έπαιξε υπέροχα ο Απόστολος Αυδής στο «Στουρνάρα 288» του Μίμη Τραϊφόρου, θυμηθείτε τη βιτριολική «Βίλα των οργίων» από το θεατρικό του Γεράσιμου Σταύρου, το εξαίρετο «Φωνάζει ο κλέφτης» του Ψαθά, με το «σύστημα» που προσπαθεί απεγνωσμένα να διασωθεί μέσα από τα λόγια του αρχικλέφτη του οργανισμού, Ανδρέα Ντούζου. Βέβαια, για να πούμε του στραβού το δίκιο, «Η βίλα των οργίων» είναι απολαυστική αλλά έφταιγε και ο τίτλος της και βγήκε «ακατάλληλη», οπότε εισπρακτικά είχε πάει χάλια… Αλλη περίπτωση που δεν περιλαμβάνεται σ αυτές τις ταινίες είναι «Η κόρη μου η σοσιαλίστρια».
Από το 1936 έως το 1974 την πιο σκληρή και άγρια λογοκρισία απ’ οτιδήποτε άλλο τη γνώρισε ο ελληνικός κινηματογράφος
Πολλοί απορούν πώς στα πρώτα δύο χρόνια της δικτατορίας παίχτηκαν στο σινεμά ταινίες όπως «Η κόμισσα της φάμπρικας» και το «Ξύπνα Βασίλη». Είναι απλό. Προσέξτε πώς ξεκινούν. Το πρώτο πλάνο, μετά τους τίτλους, δείχνει μια άγρια διαδήλωση και κάτω διαβάζουμε την επιγραφή «Ελλάδα 1966». Κι έτσι ακόμα και η σάτιρα της ταινίας θεωρητικά πήγαινε υπέρ της χούντας -ήταν ένα μικρό τέχνασμα ενάντια στη δαγκάνα της λογοκρισίας. Ψάξτε όμως την πρωτότυπη αφίσα της ταινίας «Κόμισσα της φάμπρικας». Θα δείτε ότι αναφέρονταν όλα τα ονόματα εκτός από του Στέφανου Ληναίου που είναι ο πρωταγωνιστής της ταινίας, αφού εκείνος, διωγμένος λόγω «πολιτικών φρονημάτων» και απαγορευμένος από τη χούντα, είχε φύγει ήδη με την οικογένειά του στο Λονδίνο. Το αστείο είναι πως στην αφίσα αναγράφονται όλοι οι άλλοι, ακόμα και οι δεύτεροι ρόλοι.
Θα μου πείτε τότε πώς γυρίστηκε και το 1972 παίχτηκε μάλιστα μια ταινία όπως «Η Αλίκη δικτάτωρ» με τον άνεργο, γερασμένο βουλευτή που κάνει δήθεν ρουσφέτια μιλώντας από κομμένο τηλέφωνο; Θυμάστε τον Μάνο Κατράκη, μακιγιαρισμένο ώστε να είναι σχεδόν σαν «Ελευθέριος Βενιζέλος» να τραγουδάει μπροστά στη Βουλή των Ελλήνων «Πότε θα κάνει ξαστεριά» και τον Παπαμιχαήλ να κάνει τον φοβισμένο Νεοέλληνα από τη χούντα; Πώς έγινε αυτό; Είναι απλό. Η Αλίκη πήρε τηλέφωνο τον γιο ενός από τους «πολύ πάνω» της χούντας για τον οποίο ήξερε πως τη θαύμαζε τρελά (κάποιοι λέγανε μάλιστα πως αυτό το παιδί είχε και κάποιο σοβαρό πρόβλημα) και κλαίγοντας του είπε πως αν δεν αφήσουν την ταινία της να παιχτεί θα αυτοκτονήσει και δεν θα την ξαναδεί πουθενά. Ο μικρός έπαθε υστερία, πήγε στον πατέρα του και κάπως έτσι η ταινία και γυρίστηκε και παίχτηκε.

Μετά τη χούντα βέβαια ο Γιάννης Δαλιανίδης γύρισε στη Φίνος Φιλμ την τελευταία του σπουδαία ταινία και την καλύτερή του. Είχε τίτλο «Ενα τανκς στο κρεβάτι μου» και ήταν για την επταετία. Η ταινία -είχα μάθει-είχε αρέσει πολύ στον Θόδωρο Αγγελόπουλο, ο οποίος είχε σχολιάσει στον Γιάννη Δαλιανίδη -που έτσι κι αλλιώς ήταν πολύ αριστερός και μάλιστα παλαιοαριστερός- πως δεν έπρεπε να βάλει να πυροβολήσουν τον βασικό ήρωα, τον Κώστα Βουτσά, στα οπίσθια γιατί έτσι τον γελοιοποιούσε. Και ο Δαλιανίδης του είχε απαντήσει: «Μα για να τον γελοιοποιήσω το έκανα, γιατί ήταν ένα ανθρωπάκι όπως οι περισσότεροι τότε. Αν ήθελα να τον ηρωοποιήσω θα τον έβαζα να τρώει μια σφαίρα στην καρδιά»…

Θα μπορούσα βέβαια να κλείσω το κομμάτι με μια σειρά από ατάκες αλλά νομίζω πως δεν χρειάζεται κάτι τέτοιο. Οι ατάκες του Μαυρογιαλούρου, του Γκρούεζα, του Θανασάκη, του Σκούταρη, του Βασίλη που πρέπει να ξυπνήσει, των τριών Χρήστων Δελημάνηδων και της Μαρίκας Κρεβατά (π.χ. «Ποιος Γιάννης Αγιάννης βρε; Εσύ είσαι Χρήστος Αχρηστος» και «άμα βουλιάξει η Ελλάδα θα βουλιάξει και η Ευρώπη και άμα βουλιάξει η Ευρώπη…», «Τι τους κρατάς στη χούφτα, αμόλα τους»… «Εχουμε μια ιδεολογία αλλά έχουμε και ένα παιδί») είναι ό,τι έκανε αυτά τα έργα λατρεμένα. Η ιστορία τους, όμως, ήταν πιο βαθιά και πιο ουσιαστική από το έγχρωμο ή το ασπρόμαυρο σελιλόιντ. Ο,τι βασίζεται στην αλήθεια δεν μπορεί παρά να μείνει για πάντα.

ΥΓ.: Μετά την πτώση της χούντας, το 1976 αν θυμάμαι καλά, ο Λάμπρος Κωνσταντάρας ανέβασε ξανά στο θέατρο το «Υπάρχει και φιλότιμο» και κάποιος ή κάποιοι βουλευτές της Ν.Δ. είχαν καταγγείλει το έργο ως ενάντιο στο κοινοβουλευτικό σύστημα και φίλα προσκείμενο στη χούντα, πράγμα που βέβαια είχε κάνει τον αξέχαστο Αλέκο Σακελλάριο έξαλλο. Και ήταν τότε που τους θύμισε το παρελθόν του έργου στο Θέατρο Τέχνης του Κουν.
