Ο Διομήδης τραυματίζει τον Έρωτα και τον Πόλεμο. Την Αφροδίτη και τον Άρη.
Η Αφροδίτη και ο Άρης( Έρως – Πόλεμος) σύμφωνα με μια μυθολογική παράδοση υπήρξαν παράνομο ζευγάρι αφού η Αφροδίτη είχε νόμιμο σύντροφο τον Ήφαιστο.
-Έρως ανίκατε μάχαν. Σοφοκλής, Αντιγόνη.
-Δια την των χρημάτων κτήσιν πάντες οι πόλεμοι γίγνοντα. Πλάτων.
-Omnia vincit amor. Ο έρως νικά τα πάντα. Βιργίλιος.
-Ο Έρωτας κι ο Πόλεμος, τα δυο θεριά μαλώνουν.
Από την Ραψωδία Ε` της Ιλιάδος.
Ο Διομήδης δε δίστασε να κτυπήσει και να τραυματίσει δύο ύψιστους θεούς. Την Αφροδίτη και τον Άρη. Τη θεά του Έρωτα και τον θεό του Πολέμου. Κτυπά ξεκάθαρα τον Έρωτα που έφερε τον Τρωικό πόλεμο λόγω του παράφορου και παθιασμένου έρωτα της Ωραίας Ελένης και του Πάρι. Επίσης κτυπά τον ίδιο τον Πόλεμο στο πρόσωπο του θεού Άρη, που τόσα δεινά φέρνει στους ανθρώπους.
Στην Ιλιάδα του Ομήρου, ο Διομήδης θεωρείται ως ο δεύτερος καλύτερος πολεμιστής των Αχαιών, μαζί με τον Αίαντα τον Τελαμώνιο. Πρώτος των πρώτων, ήταν ο θεϊκός Αχιλλέας. Ο Διομήδης βασιλιάς του Άργους, γιος του Τυδέα, ήταν ένας από τους αγαπημένους ήρωες της θεάς Αθηνάς. ‘Ήταν τόσο παράτολμος, ατρόμητος και αποφασιστικός που στην ασυγκράτητη ορμή του δεν δίστασε και τραυμάτισε δύο θεούς.
Ιλιάς, Ραψωδία Ε`, 128-132.
ὄφρ’ εὖ γιγνώσκῃς ἠμὲν θεὸν ἠδὲ καὶ ἄνδρα.
τὼ νῦν αἴ κε θεὸς πειρώμενος ἐνθάδ’ ἵκηται
μή τι σύ γ’ ἀθανάτοισι θεοῖς ἀντικρὺ μάχεσθαι
τοῖς ἄλλοις· ἀτὰρ εἴ κε Διὸς θυγάτηρ Ἀφροδίτη
ἔλθῃσ’ ἐς πόλεμον, τήν γ’ οὐτάμεν ὀξέϊ χαλκῷ.
Η Αθηνά στον Διομήδη: Μη χτυπηθείς με τους θεούς που τύχει και βρεθούνε εδώ για να στηρίξουνε των Τρώων τον αγώνα. Σε τούτο κάνε εξαίρεση μην τύχει κι έρθει η κόρη του Δία η πεντάμορφη πλανεύτρα Αφροδίτη. Αυτήν να μην τη λυπηθείς χτύπα την με τα όπλα που έχεις τα ανίκητα, κάνε την να πονέσει».
Ιλιάς, Ραψωδία Ε`, 335 – 342. Ο τραυματισμός της Αφροδίτης από τον Διομήδη.
ενθ’ ἐπορεξάμενος μεγαθύμου Τυδέος υἱὸς
ἄκρην οὔτασε χεῖρα μετάλμενος ὀξέϊ δουρὶ
ἀβληχρήν· εἶθαρ δὲ δόρυ χροὸς ἀντετόρησεν
ἀμβροσίου διὰ πέπλου, ὅν οἱ Χάριτες κάμον αὐταί,
πρυμνὸν ὕπερ θέναρος· ῥέε δ’ ἄμβροτον αἷμα θεοῖο
ἰχώρ, οἷός πέρ τε ῥέει μακάρεσσι θεοῖσιν·
οὐ γὰρ σῖτον ἔδουσ’, οὐ πίνουσ’ αἴθοπα οἶνον,
τοὔνεκ’ ἀναίμονές εἰσι καὶ ἀθάνατοι καλέονται.
Ο Διομήδης είχε δει την Αφροδίτη και καθώς είχε την άδεια από την Αθηνά να την κτυπήσει, τη σημαδεύει και την κτυπά με το δόρυ του στο τρυφερό της χέρι. Η λόγχη του δόρατος τρύπησε τον θεϊκό της πέπλο, που τον είχαν υφάνει οι Χάριτες, και την τραυμάτισε στην παλάμη. Το αίμα των θεών που το λένε Ιχώρ είναι άφθαρτο και παντοτινό. Ψωμί και οίνο οι θεοί ποτέ δεν δοκιμάζουν γιατί αυτές οι δυο τροφές είναι για τους ανθρώπους. Η Αφροδίτη πόνεσε, τον ένιωσε τον πόνο και φώναξε μ` απόγνωση να την ακούσουν όλοι. Παρέδωσε τον Κούρο της τον σεβαστό Αινεία, στον Φοίβο τον Απόλλωνα κι εκείνος τον καλύπτει με πέπλο που `ναι αόρατο για να τον προστατεύσει απ` των εχθρών του τις βολές. Καθώς η Κύπρις έφευγε φώναξε ο Διομήδης: « Φύγε από τον πόλεμο θεά μου Αφροδίτη και πήγαινε να ξεγελάς τις όμορφες γυναίκες».
Η Αφροδίτη φεύγει από το πεδίο της μάχης με δυνατούς πόνους. Στην ασφαλή φυγή της την βοηθά η Ίριδα η ανεμοπόδαρη. Ζητά από τον Άρη που απέχει λίγο από την αντάρα του πολέμου να της δώσει το φτερωτό άρμα του να επιστρέψει στον Όλυμπο να περιποιηθούν το τραύμα της. Ο Άρης της έδωσε το άρμα του και εκείνη ανέβηκε στο αμάξι μαζί με την φτεροπόδαρη θεά Ίριδα που κρατούσε τα γκέμια των αλόγων. Με μιας φτάσανε στον Όλυμπο. Η Ίριδα ξέζεψε τα άλογα και τους έβαλε ταγή να φάνε. Η Αφροδίτη έπεσε στα γόνατα της μητέρας της Διώνης που αγκάλιασε με αγάπη και λαχτάρα την κόρη της.
«Κόρη μου, όμορφη θεά, του έρωτα Κυρία, ποιος τόλμησε απ` τους θεούς στο χέρι να σε βλάψει;»
«Μάνα μου αγαπημένη μου το τραύμα αυτό που βλέπεις δεν μου έκανε θεός αλλ` ο θνητός Διομήδης, την ώρα που προσπάθησα να πάρω από τη μάχη το γιο μου, τον Αινεία μου που `ταν τραυματισμένος. Δεν το χωράει το μυαλό αυτό που μου συνέβη που τόλμησε ένας θνητός εμένα να κτυπήσει. Κάτι μας ξέφυγε εδώ και οι θνητοί κτυπάνε τους πολυσέβαστους θεούς που είναι πάνω απ` όλους.».
Η Διώνη η σεβαστή θεά, τότε της αποκρίθηκε: « Κόρη μου κάνε υπομονή και άντεξε τους πόνους. Δεν είναι λίγοι οι θεοί που δώσανε αγώνες και βάσανα περάσανε, σκληρές δοκιμασίες που οι θνητοί τους φέρανε με τα καμώματα τους. Αλλά και οι αθάνατοι ποτέ δεν συμφωνούμε να είμαστε υπάκουοι με τις βουλές του Δία. Ποτέ μας δεν τα βρίσκουμε στις θεϊκές συνάξεις»
Ο Δίας Μιλά στην Αφροδίτη:
« Κόρη καλή Αφροδίτη μου, χρυσή μου θυγατέρα, στον πόλεμο τι έψαχνες που έχει τόση βία; Δεν είναι ο πόλεμος δουλειά για σένα θυγατέρα. Εσύ μονάχα φρόντιζε αγάπη να μοιράζεις, τους γάμους και τους έρωτες να δίνεις στους ανθρώπους. Για τους πολέμους νοιάζονται η Αθηνά κι ο Άρης, παιδιά μου είναι και αυτοί, που ξέρουνε για μάχες ενώ εσύ είσαι θεά της μάχης των ερώτων».
Η θυελλώδης ορμητικότητα του Διομήδη:
Στο πεδίο της μάχης ο Διομήδης ήθελε να πλησιάσει τον Αινεία, τον γενναίο γιο της Αφροδίτης, να τον σκοτώσει και να του πάρει τα περίφημα όπλα του αν και γνώριζε ότι τον προστατεύει ο Απόλλων. Ήταν τόση η επιθυμία του να πάρει τα όπλα που δεν είχε φόβο θεού. Τρεις φορές όρμησε στον Αινεία και τρεις φορές τον απέκρουσε ο Απόλλων. Την τέταρτη φορά του μίλησε με βροντώδη φωνή ο θυμωμένος Απόλλων:
«Ε! Διομήδη σκέψου το και μην αποτολμήσεις με τους ανίκητους θεούς να θέλεις να παλέψεις. Εσύ στο χώμα περπατάς και οι θεοί στα ύψη. Πρόσεξε μη με μάχεσαι γιατί διαπράττεις Ύβριν».
Λίγο οπισθοχώρησε ο μέγας Διομήδης γιατί κατάλαβε καλά του Απόλλωνα τα λόγια.
Ιλιάς Ε`, Ο Διομήδης λαβώνει τον Άρη.
Η Αθηνά μιλά στον Διομήδη:
«Στον Άρη σαν βρεθείς μπροστά μη φοβηθείς καθόλου και χτύπα τον αλύπητα με τα βαριά σου όπλα γιατί να ξέρεις πως αυτός το σέβας σου δεν θέλει. Είναι πλασμένος για κακό κι έχει πολλές τις γνώμες».
Ο Διομήδης πήρε το λαμπρό άρμα του Σθένελου και δίπλα του στάθηκε η Αθηνά. Όρμησαν ακάθεκτοι εναντίον του Άρη. Ο θεός μόλις αντίκρισε τον Διομήδη κίνησε με ορμή εναντίον του πετώντας του το κοντάρι για να του πάρει τη ζωή. Όμως η Αθηνά άλλαξε πορεία στο ακόντιο και δεν κτύπησε κατάστηθα τον Διομήδη. Το κοντάρι του Διομήδη βρήκε τον Άρη στο μαλακό υπογάστριο ξεσκίζοντας του την θεϊκή σάρκα. Ο Άρης απέσπασε το κοντάρι από το σώμα του αφήνοντας μουγκρητά πόνου. Η φωνή του ακουγόταν σαν να φώναζαν εννιά ή δέκα χιλιάδες θνητοί μαζί. Όλοι τρόμαξαν ακούγοντας αυτές τις ουρανομήκεις φωνές πόνου. Ο βαριά τραυματισμένος θεός τυλίχτηκε από σύννεφα και έφτασε αμέσως στην κορυφή του Ολύμπου στα παλάτια των θεών. Κάθισε δίπλα στον πατέρα του τον Δία και του έδειξε την πληγή που αιμορραγούσε. « Πατέρα Δία βλέπεις το άδικο και δεν θυμώνεις; Ένας θνητός τόλμησε και με τραυμάτισε βαριά με την παρακίνηση και την προτροπή της κόρης σου της Αθηνάς. Ω! μέγιστε Δία, αγαπημένε πατέρα σε πόσα βάσανα μπαίνουμε εμείς οι θεοί για χάρη των θνητών; Χωριζόμαστε και διαφωνούμε μεταξύ μας για χάρη τους. Όμως η Αθηνά το παράκανε. Όλοι οι θεοί σε σεβόμαστε και εκτελούμε τις προσταγές σου αλλά σ` αυτόν τον κανόνα υπάρχει μια εξαίρεση: Η Αθηνά. Αυτή έπεισε τον γιο του Τυδέα τον ασεβή Διομήδη να με κτυπήσει. Ο υβριστής αυτός λάβωσε και την Αφροδίτη πάλι με προτροπή της Αθηνάς».
Ιλιάς, Ραψωδία Ε`, 855 – 863.
δεύτερος αὖθ’ ὡρμᾶτο βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης
ἔγχεϊ χαλκείῳ· ἐπέρεισε δὲ Παλλὰς Ἀθήνη
νείατον ἐς κενεῶνα ὅθι ζωννύσκετο μίτρῃ·
τῇ ῥά μιν οὖτα τυχών, διὰ δὲ χρόα καλὸν ἔδαψεν,
ἐκ δὲ δόρυ σπάσεν αὖτις· ὃ δ’ ἔβραχε χάλκεος Ἄρης
ὅσσόν τ’ ἐννεάχιλοι ἐπίαχον ἢ δεκάχιλοι
ἀνέρες ἐν πολέμῳ ἔριδα ξυνάγοντες Ἄρηος.
τοὺς δ’ ἄρ’ ὑπὸ τρόμος εἷλεν Ἀχαιούς τε Τρῶάς τε
δείσαντας· τόσον ἔβραχ’ Ἄρης ἆτος πολέμοιο.
Ήδ` Έρος, ος κάλλιστος εν αθανάτοισι θεοίσι,λυσιμελής,πάντων δε θεών, πάντων τε ανθρώπων δάμναται εν στήθεσσι νόον και επίφρονα βουλήν.
Γλυκέ Έρωτα, είσαι ο κάλλιστος από τους αθάνατους θεούς. Λύνεις τα μέλη των ανθρώπων. Στους θεούς και στους ανθρώπους επιβάλλεσαι, κυριαρχώντας στη σκέψη και στη θέληση τους. Ησίοδος, Θεογονία, 7ος αιώνας π. Χ.( περίπου στην εποχή του Ομήρου).
Τίτος Πατρίκιος, «Οι έρωτες».
Ένας έρωτας γεννιέται μες στον έρωτα
μεγαλώνει μες στα σπλάχνα του
απλώνεται στον χώρο του, τον κατοικεί
επιθυμεί διάρκεια, διεκδικεί χρόνο
κυριαρχεί, απολαμβάνει την υπεροχή του
και μόλις αρκεστεί στα κεκτημένα
άλλος έρωτας γεννιέται μες στα σπλάχνα του
μεγαλώνει, απλώνεται στον χώρο του
απειλεί να τον κατασπαράξει.
Όμως οι έρωτες κάποτε παύουν
να τρέφονται με σάρκες ανταγωνιστών
ανταλλάσσουν μόνο πέτρινα ομοιώματα
που μένουν αναλλοίωτα μέσα στις φθορές
που συνυπάρχουν χωρίς άσκοπες εχθρότητες
περίπου φιλικά, όπως οι προτομές
αντίπαλων ηγετών στα νεκροταφεία.
Η ηδονή των παρατάσεων, Διάττων 1992∙ Κέδρος 1998 (Ποιήματα Β΄, 1959-2017, Κίχλη, 2018).
1*. Αρχιτέκτων. Ιστορικός Αρχιτεκτονικής. Ιστορικός Τέχνης.
2*. Στον Πέτρο Φωκιανό.
