ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γρηγόρης Ιωαννίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Είχαμε δει το θεατρικό έργο της Τζόις Κάρολ Οουτς πριν από αρκετά χρόνια στο Θέατρο του Νέου Κόσμου, σε σκηνοθεσία τότε του μεταφραστή και εισηγητή του στην Ελλάδα Νίκου Χατζόπουλου, όμως η ίδια η υπόθεση, το κλίμα αλλά και το μήνυμά του μοιάζουν ακόμα περισσότερο επίκαιρα σήμερα.

Οι δυο γονείς του Καρλ, μεγαλωμένου σε ένα καθώς πρέπει προάστιο της Αμερικής, σε μια οικογένεια καθ’ όλα λειτουργική και «αρμονική», καταλήγουν σε ένα τηλεοπτικό κανάλι αμφίβολης υπόστασης για να τον υπερασπιστούν απέναντι στις κατηγορίες που αντιμετωπίζει. Ενα 14χρονο κοριτσάκι βρέθηκε φρικτά δολοφονημένο και κρυμμένο στην αποθήκη του σπιτιού τους και ο γιος τους είναι, σύμφωνα με όλα τα στοιχεία, ο ένοχος… Η παρουσία τους επομένως στο τηλεοπτικό στούντιο της δεκαετίας του ’90 δεν έχει μόνο σκοπό να ανατρέψει τα σε βάρος του στοιχεία, όσο να παρουσιάσει την άλλη πραγματικότητα, τη δική τους πραγματικότητα.

Απέναντί τους όμως δεν βρίσκεται κάποιος ζωντανός δημοσιογράφος αλλά μια απρόσωπη φωνή που έρχεται από τα ηχεία και τους υποβάλλει σε ένα είδος πειραματικής έρευνας, σαν ένα εργαστήριο κοινωνικής συμπεριφοράς όπου οι δυο γονείς μοιάζουν να συμμετέχουν άθελά τους. Γι’ αυτό οι ερωτήσεις του αφανούς σχολιαστή μοιάζουν να βγαίνουν, όχι από το αναμενόμενο ρεπερτόριο μιας τηλεοπτικής συνέντευξης, αλλά από κάποιο ασυνάρτητο φιλοσοφικό πάνελ.

Η κατάσταση μιας απειλητικής και αδιόρατης παρουσίας που πλανάται στην ατμόσφαιρα θυμίζει ασφαλώς Πίντερ και οδηγεί το έργο στα μονοπάτια του παραλόγου. Ομως οι δύο αυτοί γονείς που αγωνίζονται να κρατηθούν από το ίδιο το γεγονός, να το ερμηνεύσουν με τα δικά τους εργαλεία και, κυρίως, να εκθέσουν δημοσίως τη δική τους απενοχοποιημένη και απενοχοποιητική για τον γιο τους θέση, κρατούν τον διάλογο στα επίπεδα του ρεαλισμού. Ρεαλισμός όμως στον οποίο η πραγματικότητα, το τι τελικά συνέβη και τι θα προκύψει έρχονται τώρα σε δεύτερη μοίρα. Στο προσκήνιο βρίσκεται η γλώσσα του μέσου, που εκφράζει, αντί για τη δυνατότητα, την αδυναμία της αληθινής επικοινωνίας, της αποκάλυψης της πραγματικότητας.

«Δυσαρμονίες», μεταφράστηκε το έργο της Οουτς από τον μεταφραστή του και υπάρχει πράγματι στο σύντομο και πυκνό θεατρικό η ευθύνη της συγγραφέα, των ηθοποιών αλλά και του κάθε θεατή να εντοπίσει πίσω από τον ελλειπτικό διάλογο μεταξύ των δύο μερών το υπέδαφος όπου φωλιάζει το αυγό του φιδιού. Ο Καρλ αποτελεί βέβαια με την αποτρόπαιη πράξη του μια απολύτως προβληματική και δυσαρμονική κοινωνικά περίπτωση, οι γονείς του όμως δεν μεταφέρουν παρά τον μέσο όρο της μεσαίας τάξης: θρησκευόμενοι οι ίδιοι, νοικοκυραίοι και ήσυχοι άνθρωποι, στο τέλος τέλος γονείς, εκτός του Καρλ, και άλλων δύο παιδιών, που αντίθετα με εκείνον αριστεύουν στα μαθήματά τους και προκόβουν στις δουλειές τους. Τι πήγε επομένως στραβά;

Παραδόξως στη συνέντευξη δεν γίνεται ούτε η παραμικρή αναφορά στο θύμα του εγκλήματος, αλλά εδώ που τα λέμε ούτε καν στον ίδιο τον θύτη. Κι αυτό γιατί όπως αποκαλύπτεται, λίγα, ελάχιστα γνωρίζουν οι γονείς του γι’ αυτόν. Ή λίγα επέλεξαν να γνωρίζουν… Τα πρώιμα συμπτώματα μιας αντικοινωνικής συμπεριφοράς στο άτομό του φαίνεται πως καλύφθηκαν πίσω από το πέπλο της τυπικής μικροαστικής μυστικοπάθειας και συγκάλυψης.

Πίσω από τις «δυσαρμονίες» επομένως οφείλουμε να εντοπίσουμε τις «δυσλειτουργίες» της μέσης αμερικανικής (και όχι μόνο) οικογένειας, όπως και ενός κοινωνικού συστήματος που αδιαφορεί για την περίπτωση του θύτη μέχρι να υπάρξει θύμα.

Μα η «δυσλειτουργία» όπως είπαμε αφορά και το ίδιο το μέσο αναμετάδοσης της περίπτωσής τους. Σαν δύο κόσμοι που μιλούν χωριστά και παράλληλα και που δεν συναντιούνται ούτε καν πάνω στο ακρωτηριασμένο σώμα της 14χρονης, η τηλεόραση απαιτεί από τους γονείς να μιλήσουν στη δική της γλώσσα, να προσαρμοστούν στον δικό της ναρκισσισμό. Κι αν εδώ τα πράγματα αντιστρέφονται (έχουμε συνηθίσει μια τηλεόραση που λαϊκίζει, εδώ όμως έχουμε μια εκπομπή που αντιθέτως υπερ-φιλοσοφεί), είναι πιθανόν για να διαπιστώσουμε ευκρινέστερα το προκείμενο: Σε καμιά εκπομπή της μιας ώρας δεν μπορεί να εξαχθεί σαφές συμπέρασμα για ένα έγκλημα που η γένεσή του διήρκεσε πιθανόν χρόνια και που διαμορφώθηκε όχι μόνο σε όσα φαίνονται, αλλά και υπογείως.

Ομως θα είναι κρίμα να φτάσουμε ώς εδώ, μέχρι αυτήν την υπόγεια καταγγελία. Γιατί το θεατρικό της πλατείας Κολιάτσου προλαβαίνει να αναγάγει το υλικό του και σε ακόμη μια, θα λέγαμε κοσμική «δυσαρμονία»… Οσο και να διαπιστώνουμε -αφ’ υψηλού βεβαίως και από τη θέση του κριτή κι εμείς- ενοχοποιητικά στοιχεία για τους έρμους γονείς που τους έτυχε κάτι τέτοιο, δεν μπορούμε παρά να συμπάσχουμε με τον πόνο και να αισθανθούμε τον ίλιγγό τους. Κάποια στιγμή η δυσαρμονία τους αποκτά ασυνείδητα την έννοια της «δυσαναλογίας», της ακόλουθης μα και ασύμμετρης τιμωρίας των γονιών για λάθη που έκαναν στο παρελθόν και αφορούν το παιδί τους.

Ναι, ασφαλώς και είναι «ρατσιστούληδες» και «φασιστούληδες» οι γονείς εκείνου που δολοφόνησε και ακρωτηρίασε μια μέρα τη 14χρονη γειτόνισσά του – όμως, ποιος μπορεί να αντισταθεί στη σκέψη πως αυτό που τώρα τους αναλογεί είναι «δυσαρμονικά» αναντίστοιχο της πρόθεσης και της ευθύνης τους; Με αυτή τη σημασία η «δυσαρμονία» της Οουτς αγγίζει τον καθένα, αφορά το ανθρώπινο πεπρωμένο και κατάσταση και πλησιάζει τον τραγικό πυρήνα. Είναι ίσως αυτό που μας κάνει να αισθανθούμε στο έργο της Κυψέλης μια δική μας, πανανθρώπινη απειλή.

Ασφαλώς όμως την πλατιά αίσθηση της ανθρωπιάς και συμμετοχής πιστώνονται οι δύο ερμηνευτές του έργου, Αντώνης Αντωνίου (που έχει αναλάβει και τη σκηνοθεσία της παράστασης) και Νατάσα Ασίκη. Στην αμήχανη στάση και στο κόμπιασμα της φωνής, στην αισθητή επιθυμία τους ως ερμηνευτών να μεταδώσουν πρώτα τον πόνο και την απελπισία του άλλου κι ύστερα να τον φωτίσουν σαν «κοινωνικοπαθολογική περίπτωση», φανερώνεται η ικανότητά τους να συνθέτουν ένα θέατρο στα μέτρα του ανθρώπου, καταρχήν ρεαλιστικό, μα κι ωστόσο ικανό να ανάγεται στα επίπεδα ενός πλατύτερου προβληματισμού για τον άνθρωπο. Γι’ αυτή τη μία ώρα λοιπόν που διαρκεί η παράστασή τους, ας ξεκινήσουμε για αρχή μπαίνοντας στη θέση δύο απλών ανθρώπων που είδαν τη γη να χάνεται κάτω από τα πόδια τους και τρέχουν τώρα να υπερασπίσουν όχι τον «εγκληματία» ή τον «παρανοϊκό», μα το παιδί τους. «…δι’ ελέου και φόβου».

Στην επιβολή της ατμόσφαιρας αμφιβολίας και φόβου συμβάλλει πολύ η μαγνητοφωνημένη φωνή του δημοσιογράφου από τον Θανάση Παπαγεωργίου. Απολύτως λειτουργικά τα σκηνικά και κοστούμια του Νίκου Κασαπάκη, όπως και οι φωτισμοί της Μαριέττας Παυλάκη.

Στο τέλος της παράστασης το ζευγάρι των πρωταγωνιστών, θαρρετά και με ανοικτά τα φώτα, ζήτησε από εμάς, το σιωπηλό μέχρι εκείνη τη στιγμή κοινό, να λάβουμε μέρος σε μια συζήτηση που αφορούσε το νόημα του έργου και τις όποιες σκέψεις μάς προκάλεσε. Εντυπωσιάστηκα, ομολογώ, από το επίπεδο των θεατών και τα όσα αυτοί σημείωσαν για την παράσταση. Πρόκειται το δίχως άλλο για ένα κοινό που κατακτιέται και κερδίζεται μέσα στα χρόνια… Και γι’ αυτό το κοινό του, το θέατρο της Κυψέλης θα πρέπει να νιώθει ασφαλώς περήφανο.