Εξι η ώρα το πρωί και έτρεχε να προλάβει. Σε μια ώρα έπρεπε να είναι στο γραφείο. Είχε σηκωθεί δύσκολα. Κρύωνε πάντα τα ξημερώματα τέτοιο καιρό και μέχρι να πάρει την απόφαση να αφήσει τα σκεπάσματα, ζοριζόταν. Γι’ αυτό έβαζε πάντα το ξυπνητήρι λίγο πιο νωρίς, μικρό δώρο-άδωρο στον οργανισμό της για να μπορέσει να κάνει κουράγιο.
Αλλά είχε σηκωθεί. Είχε ντυθεί, είχε ετοιμαστεί και είχε βάλει στην τσάντα κάτι για πρωινό -θα το έτρωγε με τον πρώτο καφέ στο γραφείο-, κάτι για κολατσιό -έτοιμα αποβραδίς- και κατέβηκε.
Είχε κρύο, σκοτάδι πυκνό ακόμη, αλλά ο καιρός έμοιαζε σχεδόν ανοιξιάτικος… Ο αέρας μύριζε κάτι άλλο από χειμώνα κι ας ήταν ακόμη Φλεβάρης κι ας ήξερε ότι στον άστατο Μάρτη να βασιστείς δεν μπορείς. Αλλά εκείνη την άγρια πρωινή ώρα ένας κότσυφας κελαηδούσε. Τι ένεση αισιοδοξίας ήταν αυτή… Οταν έπεσε το μεγάλο παλιό πεύκο, στο άδειο οικόπεδο απέναντι από το σπίτι, είχε απογοητευτεί. Το καημένο είχε πληγωθεί πολύ από έναν μεγάλο χιονιά, ύστερα ήρθαν και κάτι άλλες κακοκαιρίες με δυνατούς αέρηδες και δεν άντεξε. Επεφτε σιγά σιγά και ξεραινόταν, ώσπου αποφάσισαν να το κόψουν. Θα κατέστρεφε τα καλώδια του ρεύματος και ποιος ξέρει τι συνέπειες θα είχε αυτό… Αυτό το δέντρο, που υπήρχε πριν ακόμη γεννηθεί, ήταν το σπίτι για ένα ζευγάρι κοτσύφια. Οταν χάθηκε το δέντρο, αυτά είχε σκεφτεί. Πού θα πήγαιναν; Θα έβρισκαν άλλο σπίτι στη γειτονιά; Και θα μπορούσε να ακούσει ξανά το κελάηδημά τους;
Ο κύριος κότσυφας της είχε κάνει πολλές φορές παρέα. Κάτι βράδια καλοκαιρινά, όταν έπεφτε η δροσιά, κάποια πρωινά του φθινοπώρου, που ακόμη μπορούσε να πιει καφέ στο μπαλκόνι χωρίς να κρυώνει…
Ξέχασε και το κρύο, ξέχασε και τη νύστα που της έκλεινε τα μάτια, ξέχασε τα πάντα. Επιβράδυνε το βήμα πηγαίνοντας στο αυτοκίνητο για να απολαύσει αυτό το ερωτικό κάλεσμα (;) ή την ωδή στον ήλιο που ακόμη δεν είχε βγει πίσω από τις πολυκατοικίες. Οταν τον πρωτάκουσε, μικρό παιδί -πιθανότατα κάποιος μακρινός προπάππους αυτού του τραγουδιστή- της είχε φανεί μαγευτικός. Κι επειδή μόνο για την ωραία φωνή που έχουν τα αηδόνια είχε διαβάσει στα βιβλία, ρώτησε τη μάνα της: «Αηδόνι είναι αυτό;». Εκείνη χαμογέλασε: «Κοτσύφι είναι. Δεν έχουμε εδώ αηδόνια. Αυτά ζουν σε δάση και ρεματιές. Δεν έρχονται στις πόλεις».
Αργότερα, είχε ακούσει καρδερίνες -τι τραγούδι κι αυτό… Αλλά αυτή η μουσική που έβγαινε από ένα λαρύγγι τόσο δα, από ένα μικρό μαύρο πουλί με πορτοκαλί μύτη, την άγγιζε πολύ. Μπορεί γιατί αυτά τα πουλιά είναι ελεύθερα χωρίς να φοβούνται τους ανθρώπους -είχαν βρει τον τρόπο να ζουν κοντά τους χωρίς να αλλοιωθεί η φύση, χωρίς να ενοχλούν ή να κάνουν «ζημιές». Αν έβρισκαν κάπου καθαρό νερό, μπορούσες να τα δεις να πλένουν τα φτερά τους, ήρεμα κι ευτυχισμένα. Σ’ ανταπόδοση χάριζαν το τραγούδι τους σε όσους είχαν αφτιά να το ακούσουν, αφορμή να ταξιδέψουν. Στο όνειρο, στην ελπίδα ή σε μια στιγμή ευτυχισμένη. Οπου μπορούσε ο καθένας.
Ξύπνησε σαν από όνειρο από τις σκέψεις της. Κοίταξε το ρολόι. Ευτυχώς που είχε βάλει το ξυπνητήρι νωρίτερα, σκέφτηκε. Εβαλε μπρος και έφυγε. Στον δρόμο θυμήθηκε ξανά τη μάνα της. Αν ήταν σπίτι, τώρα θα είχε βγει έξω να δει τα λουλούδια της, να τους μιλήσει, να τα φροντίσει, παρέα με τα πουλιά. Είχαν πετάξει φρέσκα κλαδάκια και φύλλα περιμένοντας την άνοιξη. Κατόρθωσαν να βγάλουν τις δύσκολες μέρες του χειμώνα. Αλλά εκείνη -πάνε πέντε χρόνια, πέντε μήνες ή πέντε μέρες;- δεν ήταν πια εκεί για να τα δει. Μεγάλωναν ερήμην, άντεχαν. Ακόμη κι αν ο φροντιστής τους δεν είχε το ίδιο μεράκι, ούτε το ίδιο χέρι, ούτε βέβαια τη γνώση. Αλλά προσπαθούσε, όσο μπορούσε -έβρισκε αφορμή να κρυφακούει τον καημό του κότσυφα. Αυτός είχε επιστρέψει -ή δεν έφυγε ποτέ.
