Για πολλούς ανθρώπους στον κόσμο το όνομα της Γκρέτα Τούνμπεργκ γίνεται όλο και πιο πολύ συνώνυμο με τη μάχη για το περιβάλλον, που βιώνεται και ως μάχη για τη σωτηρία του πλανήτη. Σημείο αναφοράς για οικολόγους και οπαδούς της απο-ανάπτυξης, παράδειγμα για ανήσυχους νέους, αντικείμενο μελέτης για άλλους που αποδίδουν τη στάση της στο σύνδρομο Ασπεργκερ, έχει γίνει πόλος ενός διεθνούς κινήματος και συνομιλήτρια ηγετών και ανθρώπων του πνεύματος και της τέχνης. Προκαλώντας ένα ευρύ ενδιαφέρον που άλλοτε τη στηρίζει με την ειλικρίνειά του και άλλοτε απειλεί να την οδηγήσει σε ασφυξία με την επιθετική νοσηρότητά του.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, σε πείσμα όσων θεωρούν ότι μόνον τα σύνολα, λαοί, τάξεις, θρησκείες, παίζουν ρόλο στην πορεία της ανθρωπότητας, το πρόσωπο -ενδέχεται να- είναι σημαντικός παράγων της Ιστορίας. Χωρίς να καταφύγω σε έναν μακρύ κατάλογο τέτοιων προσώπων, αρχηγών θρησκειών και κρατών, επιστημόνων, δημιουργών και άλλων, μπορώ να πω ότι αυτό ισχύει και για το κορίτσι αυτό από τη Σουηδία που φτάνει πια στο τέρμα της εφηβείας. Οποια όμως και αν είναι η κρίση μας γι’ αυτήν, μένει το γεγονός ότι αγωνίζεται για έναν στόχο που είναι όλο και πιο άμεσα ζήτημα ζωής και θανάτου για τον πλανήτη, όσο και το ότι οι παγκόσμιες ηγεσίες κρύβουν κάτω από τα κροκοδείλια δάκρυά τους την κυνική τους αδιαφορία για το ζήτημα.
Στο ευρύτερο αυτό πλαίσιο αξίζει να σκεφτούμε δύο πράγματα. Το πρώτο είναι η «δημιουργική απεργία σπουδών» που εισηγήθηκε η Γκρέτα, πρώτα με την για έναν χρόνο αποχή της από τα μαθήματα και μετά με τον ορισμό μιας εβδομαδιαίας μονοήμερης αποχής, με στόχο πάντοτε τον αγώνα για το περιβάλλον. Το ζήτημα που εγείρει η δράση αυτή είναι σημαντικό. Καθώς δεν είναι μια ιδεολογικά θεμελιωμένη κοπάνα, αποτελεί, έστω και ανεπίγνωτα, μια έμμεση αλλά δραστική κριτική στο συμβατικό εκπαιδευτικό μοντέλο, που όλο και πιο πολύ παράγει εργαλεία αντί για ανθρώπους. Μια πρόταση «απο- εκπαίδευσης» χάριν της γνώσης, πολύ κοντά στις προτάσεις απο-ανάπτυξης που υποστηρίζει το κίνημα για το περιβάλλον. Το δεύτερο είναι η σχέση της καταστροφής του περιβάλλοντος με τον πόλεμο. Κατανοητό είναι ότι οι νεαρές ακτιβίστριες διστάζουν -ιδίως μέσα στον νέο ψυχροπολεμικό παροξυσμό- να ανοιχτούν και σε ζητήματα τα οποία συνδέονται αλλά υπερβαίνουν τα περιβαλλοντικά.
Γίνεται όμως όλο και πιο σαφές ότι οι περισσότεροι και οι φοβερότεροι πόλεμοι «εν ονόματι του ανθρωπισμού, των δικαιωμάτων, της ελευθερίας κ.λπ…» έχουν για πραγματικό στόχο τη λεηλασία και την εκμετάλλευση των πόρων και των κατοίκων της Γης. Που σημαίνει ότι νομοτελειακά σχεδόν το περιβαλλοντικό κίνημα θα αναγκαστεί να επιλέξει στο δίλημμα: Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος είτε Πανανθρώπινη Ειρήνη.
