ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Χρήστος Κεφαλής*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια σημαντική φιλοσοφική διαμάχη των δεκαετιών του 1950 και του 1960 έρχεται να μας υπενθυμίσει η έκδοση του έργου του Λούκατς, «Υπαρξισμός ή μαρξισμός;». Το βιβλίο, του οποίου η πρώτη έκδοση έγινε το 1948, κυκλοφόρησε μόλις, για πρώτη φορά, στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ητορ. Η φροντισμένη μετάφραση έγινε από τον Νίκο Φούφα, από τους αξιόλογους εγχώριους ερευνητές του Λούκατς, ο οποίος έχει δημοσιεύσει στην Ελλάδα και στο εξωτερικό μελέτες για το έργο του επιφανούς Ούγγρου στοχαστή.

Αν και έχει ρίζες ήδη στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα, ιδιαίτερα στον Κίρκεγκορ, και αργότερα εν μέρει στον Νίτσε, ο υπαρξισμός αποκρυσταλλώθηκε και απέκτησε επιρροή κυρίως μετά το 1900, ως μια αντίδραση στα κυρίαρχα τότε αστικά φιλοσοφικά ρεύματα, του νεοκαντιανισμού και του θετικισμού. Απέναντι στον στενό αντικειμενισμό τους και την τεχνική τους θεώρηση της πραγματικότητας, που μετέτρεπε αυτά τα ρεύματα σε φορείς της καπιταλιστικής χειραγώγησης, οι υπαρξιστές τόνισαν τη σημασία της υποκειμενικότητας και τα αδιέξοδα του ανθρώπου στον σύγχρονο κόσμο. Ο υπαρξισμός ήταν ένα αντιφατικό ρεύμα, γεγονός που αντικαθρεφτίζεται στη στάση των δύο κύριων εκπροσώπων του.

Ο μεν Χάιντεγκερ έφτασε να ταυτιστεί με τον Χίτλερ, χαιρετίζοντάς τον ως εκφραστή του αυθεντικού είναι των Γερμανών, ενώ ο Σαρτρ συντάχτηκε με τον αντιφασισμό και ήταν αργότερα ένας οξύς κριτικός της αποικιοκρατίας και της αμερικανοκρατίας.

Στο «Υπαρξισμός ή μαρξισμός;» ο Λούκατς τοποθετεί τον υπαρξισμό στο πλαίσιο της ευρύτερης εξέλιξης της αστικής φιλοσοφίας, αντιμετωπίζοντάς τον ως μια προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης της· μια προσπάθεια ψευδή και αναγκαία αποτυχημένη, στον βαθμό που συνεχίζει τις κύριες πλάνες της: τον υποκειμενισμό, τον ιδεαλισμό, την αντιδιαλεκτική αφαιρετικότητα.

Επικρίνοντας τους θετικιστές, οι υπαρξιστές δεν αναζητούν τα όπλα αυτής της πολεμικής στην αντικειμενική πραγματικότητα και τις προοδευτικές τάσεις της κοινωνικής εξέλιξης, συνυφασμένες με τον αγώνα για τον σοσιαλισμό, αλλά στο εσωτερικό του ανθρώπινου υποκείμενου. Το αποτέλεσμα είναι να οδηγεί η διακρίβωση της παρακμής είτε σε μια ταύτιση με τις πιο νοσηρές εκφάνσεις της, όπως με τον Χάιντεγκερ, είτε σε μια αδιέξοδη και αδύναμη διαμαρτυρία, στην περίπτωση των Σαρτρ, Μερλό-Ποντί και άλλων.

Ο Λούκατς αναδεικνύει ιδιαίτερα τις συνδέσεις του υπαρξισμού με τον ανορθολογισμό –τον οποίο ανατέμνει στο κύριο έργο του της περιόδου «Η καταστροφή του λογικού»–, συνδέσεις ιδιαίτερα εμφανείς στην περίπτωση του Χάιντεγκερ. Οι προσπάθειες των υπαρξιστών να αρνηθούν αυτές τις συνδέσεις και τη γενικότερη ιδεαλιστική τάση τους, προφασιζόμενοι, όπως και άλλα πρότερα και σύγχρονά τους αστικά ρεύματα, έναν φιλοσοφικό «τρίτο δρόμο» πέρα από τον υλισμό και τον ιδεαλισμό, καταλήγουν μόνο να τις κάνουν πιο φανερές. Ο Λούκατς επικρίνει με δριμύτητα τον πεσιμιστικό μηδενισμό τους, ως έκφραση ενός συμβιβασμού με την καπιταλιστική τάξη πραγμάτων: «Το Μηδέν είναι ένας μύθος, είναι ο μύθος της καπιταλιστικής κοινωνίας που καταδικάστηκε σε θάνατο από την Ιστορία» (σελ. 65).

Μη όντας δυνατό να επεκταθούμε λεπτομερειακά στην κριτική του Λούκατς, θα παραθέσουμε ένα επεισόδιο ενδεικτικό της ρεαλιστικής γείωσής της. Αφορά μια συζήτησή του με τον Μαξ Σέλερ, έναν από τους προδρόμους της υπαρξιστικής μεθόδου, τον οποίο εκτιμούσε ιδιαίτερα ο Χάιντεγκερ, και το αφηγείται ο ίδιος ο Λούκατς στο έργο:

«Στη Χαϊδελβέργη, όπου ο Σέλερ είχε έρθει να με δει… είχαμε μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και πολύ χαρακτηριστική συζήτηση… Ο Σέλερ έλεγε ότι καθώς είναι μια καθολική μέθοδος, η φαινομενολογία μπορεί να πάρει το καθετί ως προθεσιακό αντικείμενο. Ετσι για παράδειγμα –έλεγε– μπορούμε κάλλιστα να προβούμε στη φαινομενολογική εξέταση του διαβόλου, βάζοντας σε παρένθεση το πρόβλημα της ύπαρξής του.

Βεβαίως, είπα. Στη συνέχεια, όταν η φαινομενολογική ανάλυση του διαβόλου τελειώσει, δεν σας μένει παρά να διαγράψετε την παρένθεση και ιδού ο διάβολος που εμφανίζεται μπροστά μας… Ο Σέλερ γέλασε, ανασήκωσε τους ώμους και δεν είπε τίποτα» (σελ. 55).

Στη δεκαετία του 1950 ο Σαρτρ, πρέπει να σημειωθεί, έκανε σημαντικά βήματα εμπρός στις φιλοσοφικές του θέσεις, αποδεχόμενος τον ιστορικό υλισμό. Στον «Πρόλογό» του στην επανέκδοση του έργου στα 1960 ο Λούκατς το αναγνωρίζει, σημειώνοντας ότι «ο Σαρτρ και ο Μερλό-Ποντί έχουν αλλάξει ριζικά μέσα σε αυτό το χρονικό διάστημα την πολιτική και, κατά συνέπεια, τη φιλοσοφική τους θέση» (σελ. 7). Εκτιμά, ωστόσο, ότι ενώ θα έπρεπε να επεξεργαστεί εκ νέου ορισμένες πλευρές τις επιχειρηματολογίας του, αυτό δεν αναιρεί τη γενική μαρξιστική κριτική αρχών στον υπαρξισμό (την οποία παρουσίασε πιο επεξεργασμένη σε σχετικό κεφάλαιο στο τελευταίο του μεγάλο έργο, «Προς μια οντολογία του κοινωνικού είναι»). Αλλά και ο Σαρτρ είχε εκφέρει κατά καιρούς ευμενείς κρίσεις για τον Λούκατς.

Συνολικά, η διαμάχη του Λούκατς με τον υπαρξισμό, αλλά και η μετέπειτα αμοιβαία προσέγγισή του με τον Σαρτρ, είναι ένα κληροδότημα μιας εποχής όπου οι ιδέες παίρνονταν στα σοβαρά, τουλάχιστον από τους διακεκριμένους στοχαστές. Ως αντίδοτο στην αποϊδεολογικοποίηση και τη μεταμοντέρνα θολούρα των ημερών μας, προϊόν τής παραπέρα αποσύνθεσης της αστικής ιδεολογίας αλλά και του σταλινικού δογματισμού, διατηρεί έτσι αμείωτη επικαιρότητα. Γι’ αυτόν και μόνο τον λόγο αξίζει να διαβάσουμε το «Υπαρξισμός ή μαρξισμός;» του Λούκατς.

*Συγγραφέας, μέλος της Σ.Ε. της «Μαρξιστικής Σκέψης»