Δεν υπάρχει σήμερα στην Ελλάδα σοβαρός άνθρωπος που να αμφισβητεί ότι γίνονταν υποκλοπές, ότι παρακολουθούνταν πολιτικοί αντίπαλοι της κυβέρνησης, υπουργοί, η ηγεσία των Ενόπλων Δυνάμεων, δημοσιογράφοι κ.ά. Και επειδή συμφωνούμε όλοι πως οι υποκλοπές γίνονταν –ενώ κανείς δεν γνωρίζει πόσες και ποιες γίνονται στην παρούσα στιγμή–, θα δεχτούμε, χάριν συνεννοήσεως, πως αυτό συνέβη εν αγνοία του πρωθυπουργού. Συνιστά αυτό κανονικότητα ή αντιδημοκρατική εκτροπή;
Κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα διαφωνήσει πως αυτό που συνέβη εν αγνοία του πρωθυπουργού είναι μια επικίνδυνη αντιδημοκρατική εκτροπή, βόμβα στα θεμέλια του συνταγματικώς οριζόμενου δημοκρατικού πολιτεύματος. Κατά συνέπεια, τίθεται το ερώτημα: Αφού εν αγνοία του πρωθυπουργού και της κυβέρνησης συνέβη μία τόσο σοβαρή αντιδημοκρατική εκτροπή, γιατί δεν υπήρξε από μέρους τους η ανάλογη αντίδραση; Γιατί δεν αποκαλύφθηκε το κύκλωμα που την οργάνωσε και την έφερε σε πέρας; Γιατί δεν έγιναν συλλήψεις; Γιατί δεν οδηγήθηκε κανείς στη Δικαιοσύνη;
Ας δούμε και τη δεύτερη εκδοχή, που είναι και η πιο λογική. Ο πρωθυπουργός, ως πολιτικός προϊστάμενος της ΕΥΠ, γνώριζε όλη την έκταση των υποκλοπών. Το γεγονός ότι γνώριζε και κυρίως την έκτασή τους σε τόσο σημαίνοντα πρόσωπα δεν συνιστά εκτροπή; Θα μπορούσε να μην συνιστά, αν αφορούσε αντιμετώπιση κάποιας συνωμοσίας εναντίον των δημοκρατικών θεσμών. Κάτι σαν πραξικόπημα δηλαδή.
Υπήρξε τέτοια συνωμοσία; Η κυβέρνηση και ο πρωθυπουργός ουδέποτε άφησαν να εννοηθεί κάτι τέτοιο. Οπότε, εκείνο που μένει ως τελικό συμπέρασμα είναι ότι συνωμοσία και εκτροπή είναι οι ίδιες οι υποκλοπές που τις χρεώνεται εκείνος που τις έκανε. Δηλαδή, ο Κυρ. Μητσοτάκης και η κυβέρνησή του. Αυτό συνιστά εξ αντικειμένου έναν σοβαρό εκφυλισμό των συνταγματικώς κατοχυρωμένων δημοκρατικών θεσμών και μία ακραία συντηρητική μετατόπισή τους προς τον αυταρχισμό. Εδώ βρίσκεται το πρόβλημα – και δεν είναι αμελητέο.
