Η συλλογή διηγημάτων με τον τίτλο Οι ενδιάμεσοι είναι το πέμπτο πεζογραφικό βιβλίο της Μαρίας Α. Ιωάννου (Λεμεσός Κύπρου, 1982). Ορατά και εδώ τα σημάδια μιας ευφάνταστης γραφής, έτσι όπως τη συναντήσαμε στο Καζάνι (Νεφέλη, 2015) αλλά και πιο πριν, στο πρώτο συγγραφικό της πόνημα, με τον τίτλο Η γιγαντιαία πτώση μιας βλεφαρίδας (Γαβριηλίδης, 2011)∙ γραφή που διαχειρίζεται με συνέπεια το από πρόθεση ετερόκλητο και κατεξοχήν υβριδικό υλικό της, μεταφέροντάς μας σε έναν κόσμο πολύτροπο και μετέωρο∙ ένα σύμπαν σε κατάσταση μόνιμης σύγχυσης∙ ένα εμπύρετο ενδιάμεσο, που βρίσκεται σε ευθεία συνομιλία τόσο με την ωμή πραγματικότητα όσο και με το ασυνείδητο, τα όνειρα και τους εφιάλτες.
Η Ιωάννου, από την πρώτη πεζογραφική της εμφάνιση, έδειξε ότι δεν διστάζει να καταφύγει στον υπαινιγμό μέσα από το παραξένισμα του γκροτέσκο και του παραμυθητικού, είτε πρόκειται για την τραγωδία της χώρας της -όπως στα διηγήματα «Δόντια στον παράδεισο», «Θέλω να πάω έσσω μου», «Κομμένοι», «Το μαξιλάριν» και «Ονειρο στην οδό Ανεξαρτησίας»- είτε για προβλήματα προσωπικά και σχέσεις ατομικές, κοινωνικές ή οικογενειακές μέσα στη σύγχρονη δυστοπία («Πάσσαλοι», «Πιτσουνάκια», «Λαχτάρα», «Χέρι» κ.ά.). Με λεπτή ειρωνεία, λόγο στακάτο και ένα μείγμα φανταστικού αλλά και χειροπιαστού στοιχείου, η συγγραφέας εκτείνεται από τον ακραιφνή σουρεαλισμό έως τον πιο ανελέητο ρεαλισμό, χωρίς να χάνει πόντο από την πλοκή, τον ρυθμό και την αληθοφάνεια της γραφής της. Σε πολλές από τις ιστορίες της τα πρόσωπα ταυτίζονται ακόμη και με τα αντικείμενα που τα περιβάλλουν, ενώ και τα ίδια αυτά αντικείμενα παίρνουν συχνά τη θέση εκείνων που τα χειρίζονται, ως οι πλέον κατάλληλοι και εξοικειωμένοι μεταφορείς εκείνων που οι χρήστες τους αποφεύγουν να κατονομάσουν, διαψεύδουν ή αγνοούν.
Στα τριάντα επτά ευσύνοπτα διηγήματα που απαρτίζουν τη συλλογή, τόσο τα καθαρά αφηγηματικά μέρη όσο και τα διαλογικά με τις αφοπλιστικές ατάκες και τους κοφτούς εσωτερικούς μονολόγους συμβαδίζουν αρμονικά με τις αφηγηματικές φωνές που εναλλάσσονται από διήγημα σε διήγημα, με τον αφηγητή να μιλά άλλοτε σε πρώτο κι άλλοτε σε τρίτο πρόσωπο, ενίοτε δε και σε δεύτερο, με νύξεις αυτοαναφορικές ή έμμεσης απεύθυνσης προς τον αναγνώστη.
Στους «Επισκέπτες», «σώματα ελατήρια πάλλονται υπό την επήρεια αλκοόλ, μουρμουρίζουν απομεινάρια λέξεων[…] σώματα συρρικνωμένα στα κρεβάτια τους, αποξηραμένα φρούτα, έμβρυα σε σκοτεινούς πλακούντες μάχονται να θυμηθούν ζωές που έζησαν»∙ στο «Ακρυλαμίδιο» «οι τοστιέρες ξέρουν καλά τι θα πει υπομονή, ζουν ολοκαυτώματα κάθε μέρα»∙ «καλύτερα αντικείμενο», σκέφτεται ο Φίλιππος «αλείφοντας σώμα, πρόσωπο, στόμα, μύτη, με πρώτης τάξεως ιταλικό βερνίκι», στο διήγημα «Ο Φίλιππος πάντα ήθελε να κάνει τη Fontana di trevi», ενώ στον «Αθυρόστομο», η αφηγήτρια, παθιασμένη με το στόμα του ερωμένου της, εύχεται μόνο «να μην τη φτύσει».
Μοντερνιστικές και με την ελλειπτικότητα της ποίησης, κινηματογραφικές ή θεατρογενείς, συγκρατημένα λυρικές και όσο χρειάζεται αποστασιοποιημένες, οι σύντομες αυτές αφηγήσεις καταλήγουν αλληγορικές και βαθιά ενδοσκοπικές, κάτω από ένα πρίσμα ακραία ανατρεπτικό και ταυτόχρονα παιγνιώδες. Στο διήγημα με τον τίτλο «Μελάνι», ένα ζευγάρι θα ενδιαφερθεί περισσότερο για μια ψόφια σουπιά από ό,τι για τα συναισθήματα του παιδιού του∙ στο «Πολύ όμορφοι», μια σεξουαλικά στερημένη γυναίκα θα γίνει βραστήρας μπροστά στη θέα ενός εκπληκτικά όμορφου ζευγαριού∙ στο «Δόντια στον παράδεισο», ένας πεθαμένος παππούς που στη ζωή του βασανίστηκε από τους Τούρκους ξαναζωντανεύει και μιλά ασυνάρτητα, ενώ στο αμέσως επόμενο διήγημα, μια θεία με άνοια πιστεύει ότι η λάμπα στο σαλόνι της είναι τρομοκράτης («Ηλέκτρα»). Πάμε έσσω μας; ρωτά στο τέλος της συλλογής η αφηγήτρια στην κυπριακή διάλεκτο (όπως και σε μερικά ακόμη της συλλογής) και είναι αυτή ακριβώς η λέξη («έσσω») που με τη συνοδεία της κτητικής αντωνυμίας στο πρώτο πληθυντικό θα σχηματίσει μια διττή επίκληση επιστροφής∙ τόσο στον εαυτό όσο και στη χαμένη πατρίδα.
