ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ιερώνυμος Λύκαρης*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα «Ψιλά γράμματα» είναι, πρωτίστως, ένα μυθιστόρημα για τη μνήμη. Για την ατομική και συλλογική μνήμη ενός «αμυδρού» ανθρώπου, ονειροπόλου, που δεν ήθελε ντε και καλά να αισιοδοξεί και να ευτυχεί.

Ο Μιχάλης Τσιούλης, με καταγωγή από το Αγρίνιο, είναι γεννημένος το 1952 (έχει τη σημερινή ηλικία της συγγραφέως) και η μυθιστορηματική ζωή του ξεκινάει το 1972. Είναι μηχανικός πυροσβεστικών αεροπλάνων, συνεπής και υπεύθυνος στις απαιτήσεις του ευαίσθητου επαγγέλματός του. Εχει αριστερές οικογενειακές καταβολές (έχει κληρονομήσει τα αντάρτικα «νεφοσκεφή μάτια» του αδικοχαμένου στον Εμφύλιο θείου του, αδελφού του πατέρα του).

ενήλικη ζωή του δεν έχει ενδιαφέρουσα ροή, σκαμπανεβάσματα με εκπλήξεις και ανατροπές. Ζει χωρίς να επιθυμεί τίποτα το ιδιαίτερο, το φανταχτερό. Δεν κυνηγάει τα πολλά. Ούτε στα λεφτά και στην κοινωνική ανάδειξη με όρους λάιφ στάιλ, ούτε στον έρωτα. Οι σχέσεις του με τις γυναίκες είναι βραχύβιες, απλώς του συμβαίνουν, με εκείνες να κάνουν σχεδόν πάντα το πρώτο βήμα.

Ο Μιχάλης Τσιούλης είναι ένας καθημερινός, μοναχικός άνθρωπος που δεν θέλει να ενοχλεί. Στοχάζεται και όποτε θέλει να βγάλει από μέσα του αυτά που τον βασανίζουν τα λέει με λίγα λόγια σε λίγους ανθρώπους. Δεν διεκδικεί την προσοχή, δεν επιδεικνύεται. Δεν μεγαλοπιάνεται, αντιστέκεται στην αλλοτρίωση, μπορεί να δείχνει αλλά δεν είναι αποξενωμένος.

Η αποστασιοποίησή του είναι ενσυνείδητη, είναι η ασπίδα του στα όσα συμβαίνουν γύρω του και θεωρεί ότι δεν τον αφορούν. Γι’ αυτό ακριβώς και τα βαθύτερα χαρακτηριστικά του αφανούς βίου του είναι ουσιώδη από την ανάποδη. Κόντρα στο κυρίαρχο ανούσιο φαίνεσθαι της εποχής, ο Μιχάλης Τσιούλης με τη στάση ζωής του αντιστρέφει την επίπλαστη πραγματικότητα, για την οποία τα ουσιώδη της ανθρώπινης υπόστασης γίνονται «ψιλά γράμματα».

Στη μνήμη αυτού του ηθικού αντιήρωα έχουν εντυπωθεί δύο γεγονότα, ένα προσωπικό και ένα συλλογικό. Και τα δύο διασταυρώθηκαν από τα καπρίτσια της τύχης τον Απρίλιο και τον Νοέμβριο του 1973, προκαλώντας του ισόβια μια ανεξίτηλη πληρότητα συναισθημάτων.

Νεαρός σπουδαστής στην ΑΚΜΗ, βρέθηκε την ημέρα της κορύφωσης της εξέγερσης του Πολυτεχνείου στους γύρω δρόμους, μαζί με χιλιάδες άλλους. Περιφέρεται γύρω από το επίμαχο τετράγωνο (Πατησίων, Τοσίτσα, Μπουμπουλίνας, Στουρνάρη), με επιβλητικό το κτίριο του Πολυτεχνείου στη μέση, «και το προαύλιό του φίσκα από συνομηλίκους κι ακόμη μικρότερους, δεκαπεντάρηδες και δεκαεξάρηδες. Με ένα σάλτο θα μπορούσε να ενωθεί μαζί τους, την ίδια στιγμή ή λίγο μετά», όμως διστάζει και τελικά δεν το κάνει. Ωστόσο, προτού οπισθοχωρήσει, βλέπει ανάμεσα στα ξαναμμένα πρόσωπα των κοριτσιών και αγοριών που φωνάζουν συνθήματα στην κεντρική πύλη, ένα κορίτσι που είχε πρωτοδεί λίγους μήνες νωρίτερα να ψέλνει στην περιφορά του Επιταφίου, στον Αγιο Λουκά Πατησίων.

Είναι εικοσάχρονη, μελαχρινή και στρουμπουλή, «με αστραφτερά κόκκινα μάγουλα, μάτια φωτιά, αυτιά-ραπανάκια από το κρύο και μπόλικα σγουρά μαλλιά, αφέλειες και περιστρεφόμενες πειρατικές μπούκλες, που κρέμονταν από το γκρίζο της σκουφί με την πορτοκαλιά φούντα». Εκεί ακούει να τη φωνάζουν Πόπη. Την κοιτάζει να ανεμίζει το σκουφί της και να το πετάει μακριά φωνάζοντας Ελευθε-ρί-α, «με τρόπο που δεν άφηνε περιθώρια παρανόησης, η Ελευθερία της σήμαινε λαχτάρα για έναν άκακο κόσμο». Μέσα στο πανδαιμόνιο που επικρατεί πριν από την εισβολή του τανκ, προσπαθεί κι αυτός να ξεφύγει με το σκουφί της Πόπης στη μέσα τσέπη του.

Ο διπλός συγκλονισμός που ένιωσε τότε ο νεαρός επαρχιώτης, το ανεπανάληπτο βίωμα της διστακτικής, έστω, επαφής του με την εξέγερση και το κεραυνοβόλο σκίρτημα για το κορίτσι, που συμμετέχει σε αυτήν με όλο της το είναι, «ταρακούνησε και ανακάτωσε τα εικοσιένα του χρόνια», σαν σεισμός. Εκείνη τη νύχτα ο Μιχάλης Τσιούλης απέκτησε πολιτική συνείδηση, πάνω στην οποία οικοδόμησε την ηθική στάση της μετέπειτα αθόρυβης ζωής του.

Από τότε κάθε Μεγάλη Παρασκευή και κάθε επέτειο της εξέγερσης νιώθει μια αναστάτωση. Οι δύο ημέρες, όπου ο αχόρταγος θάνατος είναι ο πρωταγωνιστής, μπερδεύονται στο μυαλό του. Πότε πηγαίνει στην περιφορά του Επιταφίου (χωρίς να είναι θρήσκος), πότε στην πορεία μνήμης για την εξέγερση και τους νεκρούς του Πολυτεχνείου (θυμάται ανελλιπώς τις φορές που δεν έχει πάει), ελπίζοντας ότι θα συναντήσει το κορίτσι που το έλεγαν Πόπη.

Στα δύσκολα που του συμβαίνουν, στις μελαγχολικές μοναχικές στιγμές του, μόνο αυτή την «άσημη Πόπη», που συμμετείχε στην εξέγερση με όλο της το είναι και «που τα επόμενα χρόνια δεν την είδε ποτέ στις εφημερίδες ή στην τηλεόραση» μπορούσε να εμπιστευτεί και να συνομιλήσει νοερά μαζί της. Και όταν η βιολογική φθορά αρχίζει να δοκιμάζει τη μνήμη του, ο Μιχάλης Τσιούλης καταφεύγει, ανάμεσα σε άλλες, και σε ασκήσεις μνήμης που σχετίζονται με την εξέγερση. «Πόσα λοιπόν τα τανκς έξω από το Πολυτεχνείο; Δέκα ή δώδεκα; Και πόσοι οι κατηγορούμενοι στη δίκη του Πολυτεχνείου; Πενήντα; Εξήντα; Περισσότεροι; Εάν η αμνησία του διέγραφε τη μοιραία νύχτα θα ήταν λύτρωση ή ντροπή;».

Διαβάζοντας τα «Ψιλά γράμματα» οι συνειρμοί και οι αναστοχασμοί είναι αναπόφευκτοι. Ιδίως για όσες και όσους είχαμε την τύχη να ήμασταν κι εμείς εκεί, η νύχτα του Πολυτεχνείου αποτελεί, όπως και για τον Μιχάλη Τσιούλη, ακρογωνιαία ανάμνηση ζωής. Είτε είμαστε περήφανοι γι’ αυτό είτε ντρεπόμαστε, για τους όποιους λόγους έχουμε να ντρεπόμαστε.

Που ανασταίνεται επίμονα, πεισματάρικα, όπως μετά τον Επιτάφιο ακολουθεί η Ανάσταση κι ας περιμένουμε από την επομένη τον επόμενο Επιτάφιο. Η σύνδεση του Επιτάφιου με την πορεία μνήμης του Πολυτεχνείου στα «Ψιλά γράμματα» σου προκαλεί συνειρμικά την άσβεστη ανάμνηση μιας παρελθούσας τριήμερης Ανάστασης που πνίγηκε στο αίμα και που γι’ αυτό η μνήμη της πρέπει να παραμείνει ζωντανή μέχρι την τελική δικαίωσή της.

Αλλωστε, όσο περνάνε τα χρόνια και προσπαθούμε να μη θυμόμαστε αυτά που μας βαραίνουν και μας καταθλίβουν, όταν τα τετριμμένα και τα επουσιώδη μάς φαίνονται πιο αβάσταχτα από άλλοτε, όταν αρχίζουμε να ξεχνάμε φυσιογνωμίες και ονόματα και να ζούμε πια με τις απώλειες των δικών μας ανθρώπων και των συνομηλίκων μας, φίλων και συναγωνιστών, που κάποτε διασταυρώθηκαν οι ζωές μας, έχουμε ανάγκη, περισσότερο από ποτέ, όχι την επετειακή αλλά την ουσιαστική καταβύθιση στις αναμνήσεις μας από τότε.

Οποτε καταφεύγουμε σε αυτές αυτοκριτικά, ο σκοτεινός θάλαμος της μνήμης μας φωτίζεται. Οι επιχωματώσεις της (από τους καλπονόθους εργολάβους της ιστορικής μνήμης, τις τύψεις ή τους μεροληπτικούς εγωισμούς μας) παραμερίζονται, και το μυαλό μας γεμίζει από εικόνες και φωνές που μας γυρίζουν πίσω, σε εκείνη τη νύχτα, όπου ο ένοπλος χάρος θέριζε δίπλα μας άοπλες ζωές.

Και τότε είναι πιθανό να δούμε τον τότε ηθικό εαυτό μας αναστημένο, πιασμένο σφιχτά από τα κάγκελα, με το πρόσωπο σφηνωμένο, με τα τανκς απέναντι και τις σφαίρες των άνανδρων δολοφόνων να σφυρίζουν, να φωνάζει με όλη τη δύναμη των γδαρμένων από τα δακρυγόνα πνευμόνων του, όπως η Πόπη. Και αυτόματα, είναι σχεδόν βέβαιο, θα αγαλλιάσουμε, θα κρυφομειδιάσουμε και θα σκεφτούμε: τουλάχιστον ήμουν κι εγώ ανάμεσα στους χιλιάδες, που φώναξαν Ψωμί – Παιδεία -Ελευθερία και το εννοούσαν, με όλη την ειλικρίνεια της άδολης συνείδησής τους.

Και τότε θα κατανοήσουμε και τον Μιχάλη Τσιούλη όταν αναλογίζεται: «Εκείνη η νύχτα ρίζωσε στη ζωή μου, πνοή και αναπνοή που τη φέρνω στο νου μου και παίρνω καθαρό αέρα. Τη θυμάμαι σαν τράκα ελευθερίας».

Ωστόσο, επισημαίνουμε και πάλι ότι τα «Ψιλά γράμματα» δεν είναι ένα μυθιστόρημα για την εξέγερση του Πολυτεχνείου. Το πυρηνικό στοιχείο του είναι η ψυχοσυναισθηματική λειτουργία και οι επιλογές της μνήμης. Του τι και για ποιον λόγο τελικά διαλέγουμε να θυμόμαστε και τι όχι. Είναι επίσης και μια περιδιάβαση στα μετέπειτα μυθιστορηματικά χρόνια της ζωής του Μιχάλη Τσιούλη, μέχρι το 2006.

Η γραφή της Ι.Κ. είναι πηγαία καταιγιστική. Το αυτοσαρκαστικό χιούμορ της κλιμακώνει και αποκλιμακώνει με μαεστρία την ένταση των καταστάσεων που βιώνουν οι ήρωές της. Η γλώσσα της έχει μοναδικά χαρακτηριστικά. Είναι πλούσια, γλωσσοπλαστική, γι’ αυτό και διεισδύει και ξεσηκώνει τη σκέψη και τα συναισθήματα.

Ακόμη και τις τεχνικές αναφορές επισκευής πυροσβεστικών αεροσκαφών ή τις αναφορές σε γεγονότα της επικαιρότητας, τις μεταπλάθει και τις εγκιβωτίζει με μαεστρία που φαντάζει αυθόρμητη, προσδίδοντάς τους λογοτεχνική ισχύ. Ωστε να συμμετέχουν κι αυτά στη μετάδοση στον αναγνώστη του ψυχισμού και των συναισθημάτων των ηρώων της. Και των πρωταγωνιστών και των κομπάρσων. Και στις μεγαλειώδεις (ασήμαντες στην ουσία τους) στιγμές τους και στις ασήμαντες (αληθινά σπουδαίες) που για τους περισσότερους είναι ψιλά γράμματα.