ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Δημήτρης Φιλιππίδης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Εκείνο που με πρώτη ματιά εκπλήσσει ευχάριστα τον αναγνώστη είναι η καλλιτεχνική επεξεργασία αυτού του τρισυπόστατου βιβλίου, που αγκαλιάζει κάθε πτυχή του, από τις αναλογίες του σχήματος των τόμων και την τυπογραφική εμφάνιση του κειμένου ώς την εικονογράφησή του, σε εξώφυλλα και ένθετες ομάδες από εικόνες, όλα πλημμυρισμένα με χρώμα, αρμονικά δεμένα μεταξύ τους. Οπως θα δούμε, το περιεχόμενο είναι δεμένο με τον τρόπο παρουσίασης του βιβλίου. Εχουμε να κάνουμε με ένα ολοκληρωμένο αισθητικό αντικείμενο, ένα αυθύπαρκτο έργο τέχνης.

Ενα αυθύπαρκτο έργο τέχνης

Και αυτό δεν πρέπει να θεωρηθεί τυχαίο γεγονός. Καθηγητής Συνθέσεων ώς πρόσφατα στη Σχολή Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ, ο Τ. Παπαϊωάννου έχει άλλωστε διακριθεί για το μακροχρόνιο εκπαιδευτικό έργο του και επίσης έχει τιμηθεί για το αρχιτεκτονικό έργο του, με βραβεία και αναφορές, ενώ έχει παράλληλα εκθέσει ζωγραφικά του έργα, σε μερικές περιπτώσεις σε συνεργασία με τον φίλο του Α. Φασιανό.

Ας ασχοληθούμε πρώτα με το περιεχόμενο του βιβλίου. Μοιρασμένο σε τρεις αυθύπαρκτους «τόμους», το βιβλίο διαπραγματεύεται τρία αντίστοιχα θέματα (Η γλώσσα της αρχιτεκτονικής, Καλλιτεχνία και αρχιτεκτονική, σπουδή αδιαίρετη, και χτίσματα της Φαντασίας). Με συντομία, το πρώτο και εκτενέστερο (σ. 92) είναι το πλησιέστερο στην εκπαιδευτική διαδικασία των αρχιτεκτόνων, το δεύτερο και συντομότερο (σ. 38) είναι θεωρητικό αλλά και με αυτοβιογραφικές αναφορές, ενώ το τρίτο είναι καθαρά αυτοβιογραφικό. Παρ’ όλες τις μεταξύ τους διαφορές, είναι φανερό πως ο Παπαϊωάννου τα βλέπει ως τρία συγγενικά μεταξύ τους θέματα και γι’ αυτό άλλωστε τα δημοσιεύει μαζί ως ενότητα. Επειδή δεν διαθέτουμε πληροφορίες για το πότε γράφτηκαν, άρα για τη χρονική τους σειρά, θα τα διαπραγματευτούμε διαδοχικά όπως μας προτείνεται: γλώσσα, καλλιτεχνία και φαντασία.

Ειδικά ο πρώτος πάντως τόμος, για τη γλώσσα της αρχιτεκτονικής, αποτελείται από έξι δοκίμια, με θέματα πάντα επίκαιρα και ενδιαφέροντα. Τα απαριθμούμε: η αρχιτεκτονική ως «κείμενο», περί τόπου, κοινωνικός ρόλος της αρχιτεκτονικής, σχέση αρχιτεκτονικής με τον χρόνο και σχέση αρχιτεκτονικής με τη ζωή. Ολα τεράστια, κεντρικά θέματα της αρχιτεκτονικής σκέψης, αλήθεια, τα οποία έχουν απασχολήσει πολλούς και με πολλαπλούς τρόπους. Ο Παπαϊωάννου, με την παραδοχή ότι «και το σχέδιο γράψιμο είναι» (σ. 13), σταθερά βλέπει τις δύο εκφράσεις, γλώσσα και αρχιτεκτονική, ως κάτι άρρηκτα δεμένο με τη ζωή (σ. 15). Το δεύτερο συνεχίζει την επιχειρηματολογία, εμπλέκει τους N. Chomsky, F. Braudel και M. Castells σε μια συζήτηση για παγκοσμιοποίηση και διαδίκτυο και τονίζει την αξία του βιώματος. Το τρίτο προχωράει εξετάζοντας τον (χαμένο) κοινωνικό ρόλο της αρχιτεκτονικής, το τέταρτο τον ουσιαστικά άχρονο χαρακτήρα της, το πέμπτο τη σχέση υψηλής με ανώνυμη, και με αυτό οδηγείται σε μια συζήτηση για τη χρονικότητα της αρχιτεκτονικής, για το «ποιοι είμαστε και πού πηγαίνουμε» (σ. 92).

Ο δεύτερος τώρα τόμος συνιστά μια απολογία ζωής για τον συγγραφέα καθώς όσα περιγράφει και υποστηρίζει αναφέρονται άμεσα στη δική του προσωπική δράση διαχρονικά, ως αναλυτικό παράδειγμα. Βέβαια μοιραία κάποια στιγμή θα χρειαστεί να αναφερθεί στη σύγχρονη βαθιά τομή στην εκπαίδευση (και όχι μόνο) που προκάλεσε η ψηφιακή επανάσταση, κάτι που έχει ήδη προετοιμαστεί από όσα γράφονταν στον προηγούμενο τόμο. Θέματα όπως ελευθερία, επιδεξιότητα, ενδοσκόπηση έρχονται να συνδυαστούν με πιο συγκεκριμένες κατευθύνσεις στη διδασκαλία της αρχιτεκτονικής, επαναφέροντας την πολυτιμότητα των μέσων έκφρασης όπως το μολύβι ή το χρώμα σε μια διαδικασία όπου και το τυχαίο ή το ατελές έρχονται να παίξουν κάποτε σημαντικό ρόλο.

Τέλος, ο τρίτος εξομολογητικός τόμος στηρίζεται σε ένα τετρασέλιδο κείμενο, οπότε το βάρος κατ’ εξαίρεση μεταβιβάζεται στο εικονογραφικό υλικό που κυριαρχεί, με τα 11 επιμέρους θέματα και τα 5-6 χωρίς τίτλο στο τέλος, που παρουσιάζονται με πολλαπλά μέσα, σε δισδιάστατη και τρισδιάστατη επεξεργασία. Ο Παπαϊωάννου δεν αρκείται να αφήσει ενδείξεις για τα έργα φαντασίας του, θέλει να τα εικονογραφήσει αυτούσια, λες και είναι υλοποιήσιμα έργα. Τα δουλεύει εξαντλητικά, ψάχνοντας τις μορφολογικές, ογκοπλαστικές και χρωματικές τους ιδιότητες και ναι μεν, αποδέχεται πως είναι «της φαντασίας», αλλά από την άλλη, προσφέρει σημαντικά κλειδιά σε όποιον θελήσει να ερμηνεύσει τα πιο συμβατικά, ρεαλιστικά του έργα, χτισμένα ή, έστω, όσα έμειναν άχτιστα. Εκείνο το «από την ιδέα στο ομοίωμά της» (σ. 11) στην πραγματικότητα ισχύει εξίσου για όσα διαθέτουν ονειρικό χαρακτήρα και όσα προορίζονται να υλοποιηθούν. Είναι, όπως σημειώνει ο ίδιος, «οι εμμονές σου που σε στοιχειώνουν» (σ. 12).