«Αυτό είναι το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο της Βόρειας Ελλάδας». Ετσι αποκαλούσε ο Μανόλης Ανδρόνικος το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης. Λογικό θα πει κανείς, γνωρίζοντας πως στους χώρους του συνυπάρχουν περισσότερα από 50.000 ευρήματα ανασκαφών από τη Θεσσαλονίκη και όλο τον βορειοελλαδικό χώρο που χρονολογούνται από τους προϊστορικούς έως και τους ρωμαϊκούς χρόνους και προέρχονται από νεκροταφεία, οικισμούς και ιερά.
Εξήντα χρόνια τώρα το μητροπολιτικό αυτό μουσείο αποτελεί έναν χάρτη ζωντανής μνήμης που αναδεικνύει την ιδιαίτερη ταυτότητα της περιοχής, αντανακλά τα γεγονότα και το κλίμα της εκάστοτε εποχής και κυρίως καταγράφει τους αγώνες που δόθηκαν για να γιορτάζουμε σήμερα έξι δεκαετίες ζωής.
27 Οκτωβρίου 1962 έγραφε το ημερολόγιο όταν η πόλη εγκαινίαζε μετά από πολλές περιπέτειες το νέο της Αρχαιολογικό Μουσείο και αυτή η σημαντική επέτειος στάθηκε η αφορμή για την περιοδική έκθεση «Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης: 60 χρόνια – 60 στιγμές» (διάρκεια έως 30/10/2023). Στην πραγματικότητα, οι άνθρωποι του μουσείου, επιστρατεύοντας περισσότερα από 274 εκθέματα -κυρίως από τις αποθήκες- μαζί με οπτικό, ηχητικό υλικό και άλλα τεκμήρια φωτίζουν 60 εμβληματικές στιγμές κι αφηγούνται ιστορίες που συνδέουν το χθες με το σήμερα, την πόλη με το μουσείο, την καθημερινή ζωή με τους επισκέπτες.
Σημαδιακή χρονιά το 1962 για το Αρχαιολογικό Μουσείο καθώς τα εγκαίνιά του συνέπεσαν με τους εορτασμούς για την επέτειο των πενήντα χρόνων από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης και την παρουσίαση στο κοινό των εντυπωσιακών ευρημάτων από τους τάφους του Δερβενίου, που επίσης αποκαλύφθηκαν την ίδια χρονιά. Ηταν Ιανουάριος του 1962 και κατά τις εργασίες διαπλάτυνσης της οδού Θεσσαλονίκης-Καβάλας ένας εκσκαφέας προσκρούει στα τοιχώματα τάφου. Η ανασκαφή που διήρκεσε έως τον Αύγουστο έφερε στο φως τον πολυτιμότερο θησαυρό του Αρχαιολογικού Μουσείου Θεσσαλονίκης: τα ευρήματα επτά τάφων, που συγκλόνισαν κοινό και διεθνή επιστημονική κοινότητα με τον πλούτο, την ποικιλία και την απαράμιλλη καλλιτεχνική τους αξία.
«Φέτος, 60 χρόνια μετά, τιμούμε αυτή τη σημαντική επέτειο με μια έκθεση που φωτίζει 60 εμβληματικούς σταθμούς της ιστορικής διαδρομής του μεγαλύτερου και παλαιότερου Αρχαιολογικού Μουσείου του βορειοελλαδικού χώρου. Ακολουθούμε μεν μια χρονογραμμή αλλά υπάρχει μια δυναμική κίνηση με flash back και flash forward ώστε να συνομιλεί το χθες με το παρόν και το μέλλον», μας λέει η Αγγελική Κουκουβού, αναπληρώτρια διευθύντρια του μουσείου, και μαζί της ξεκινάμε την περιπλάνηση στους 60 σταθμούς.
Πρώτος στην είσοδο της έκθεσης μας καλωσορίζει ο πιο παλιός ένοικος του χώρου: μια ερμαϊκή στήλη με εικονιστική κεφαλή νέου άνδρα που βρέθηκε όταν σκάφτηκε η περιοχή για την κατασκευή του μουσείου (1961). Αμέσως μετά θα περάσουμε από το Διοικητήριο, την Οθωμανική Σχολή Ιδαδιέ, το Καραμπουρνάκι, τη Ροτόντα και όλα τα μνημεία και σημεία της Θεσσαλονίκης που φιλοξενούσαν τις αρχαιότητες μέχρι η πόλη να αποκτήσει το μουσείο που άξιζε για τους θησαυρούς της.
Για να καταλάβει κανείς λίγο την περιπέτεια και διαδρομή (η οποία αποτυπώνεται με φωτογραφίες και προθήκες στην έκθεση) να πούμε πως μέχρι το 1925 τόπος συγκέντρωσης των αρχαιοτήτων της Μακεδονίας ήταν το Διοικητήριο (σημερινό υπουργείο Μακεδονίας-Θράκης), καθώς και η Οθωμανική Σχολή Ιδαδιέ. Κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου συγκεντρώνονται αρχαιότητες από τον γαλλικό στρατό της Ανατολής (Armée Françcaise d’ Orient) αρχικά στο Καραμπουρνάκι και στη συνέχεια στη Ροτόντα, ενώ τα ευρήματα από τις έρευνες των Αγγλων κρατούνται στον Λευκό Πύργο.
Το 1925 παραχωρείται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία το Γενί Τζαμί το οποίο θα αποτελέσει το πρώτο μουσείο της πόλης (όπως δηλώνει και η επιγραφή που έχει απομείνει μέχρι σήμερα στην προμετωπίδα του) ενώ η απειλή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου υποχρεώνει τους αρχαιολόγους να θάψουν πολλές αρχαιότητες, κυρίως γλυπτά, σε ορύγματα προκειμένου να διασωθούν. Το 1951 τα θαμμένα ευρήματα ξεθάφτηκαν και για πρώτη φορά εκτέθηκαν στην κεντρική αίθουσα του Αρχαιολογικού Μουσείου (Γενί Τζαμί, 1953).
Τη δεκαετία του ’50 παραχωρήθηκε ένα μεγάλο οικόπεδο στην πλατεία ΧΑΝΘ σε άμεση γειτνίαση με τη μεγάλη έκταση όπου οργανωνόταν η Διεθνής Εκθεση κι έτσι ανοίγει επισήμως ένα νέο κεφάλαιο στην πολιτιστική ζωή της πόλης. Ο σχεδιασμός του νέου μουσείου ανατέθηκε στον επιφανή εκπρόσωπο του μοντερνισμού, αρχιτέκτονα Πάτροκλο Καραντινό, ο οποίος παρέδωσε ένα από τα αρτιότερα έργα δημόσιας αρχιτεκτονικής του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα.
Στους υπόλοιπους σταθμούς των 60 χρόνων συναντάμε επίσης ευρήματα, ντοκουμέντα, σπάνιο φωτογραφικό υλικό από εμβληματικές εκθέσεις που άφησαν ανεξίτηλο το στίγμα τους (όπως η σπουδαία διοργάνωση «Θησαυροί της αρχαίας Μακεδονίας» του 1978, η πρώτη εικαστική έκθεση του Μουσείου – αφιερωμένη στον Γύζη το 1962, η διεθνούς απήχησης έκθεση «Μέγας Αλέξανδρος: ιστορία και θρύλος στην τέχνη», η πρώτη αναδρομική έκθεση του Γιάννη Τσαρούχη στη νέα πτέρυγα του μουσείου το 1981 κ.ά.), από σημαντικές ανασκαφές που άλλαξαν τον αρχαιολογικό χάρτη της Μακεδονίας, από τυχαία ευρήματα που έγραψαν ιστορία, δωρεές συλλεκτών, καινοτόμα εργαλεία που αξιοποιήθηκαν για την προστασία, τη συντήρηση και την αρχαιομετρική έρευνα. Και φυσικά ο επισκέπτης καταλήγει στο σήμερα μέσα από τις επικοινωνιακές δράσεις, τα εκπαιδευτικά προγράμματα και όσα άλλα συνθέτουν τον κόσμο ενός σύγχρονου μουσείου.
