ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Ελένη Καρασαββίδου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

17 Ιανουαρίου 1860, Ταγκανρόγκ, Νότια Ρωσία. Ξεκίνησε να δουλεύει από παιδί για να στηρίξει την πολυμελή οικογένειά του. Με χιλιάδες κόπους αποφοίτησε από την Ιατρική Σχολή της Μόσχας στα 1884. Ελεγε: «Η ιατρική είναι η γυναίκα μου και η λογοτεχνία η ερωμένη μου».

Συνδύαζε με ανορθόδοξο χιούμορ την κωμωδία και το δράμα σε θαυμαστά έργα για να περιγράψει και να βελτιώσει την ανθρώπινη κατάσταση. Εργα γεμάτα από πικρά γέλια και ανθρώπους «μικρούς», «παραδομένους», έτοιμους όμως να αντεπιτεθούν γελώντας μπρος στο άδικο.

Δεν έπαψε να παρατηρεί και να ειρωνεύεται, μέσα από τη θλίψη του, την κοινωνία των ανθρώπων: «Τι υπέροχος καιρός σήμερα! Δεν μπορώ να αποφασίσω: να φτιάξω τσάι ή να κρεμαστώ;». Τις ανθρώπινες σχέσεις: «Αν φοβάσαι τη μοναξιά, μην παντρεύεσαι…». Τις αδιάφορες για τη ζωή δομές του κράτους που σκοτώνουν την ανθρώπινη δημιουργικότητα: «Αρρωστοι πολλοί, μα καιρός λίγος, και περιορίζεται κανείς σ’ ένα σύντομο ερωτηματολόγιο και στη χορήγηση ενός φαρμάκου – μια αλοιφή, ας πούμε, ή ρετσινόλαδο». Την ανθρώπινη παθητικότητα που κάποιοι ονομάζουν μοίρα: «Ο Σεργκέι Σεργκέιτς κάθεται κι αυτός… “Πονάμε και υποφέρουμε, λέει, γιατί δεν επικαλούμαστε όπως πρέπει τη θεία ευσπλαχνία. Μάλιστα!”». Το σύστημα του κέρδους: «Οι γιατροί είναι ακριβώς όπως οι δικηγόροι. Η μόνη διαφορά είναι ότι οι δικηγόροι απλώς σε ληστεύουν, ενώ οι γιατροί σε ληστεύουν και σε σκοτώνουν».

Αλλά άπλωσε το βλέμμα του παντού: «Ο καλός άνθρωπος μπορεί να έχει τύψεις απέναντι και σ’ ένα σκυλί […] Τους επαίτες και τις γάτες». Τελείωσε τη ζωή του στην επαρχία της Γερμανίας: «Θείε Βάνια, θα ζήσουμε. Θα περάσουμε μέρες και μέρες αμέτρητες, τη μια μετά την άλλη, μεγάλα, ατέλειωτα βράδια. Θα υποφέρουμε καρτερικά τις δοκιμασίες που θα μας στείλει η μοίρα. Θα δουλεύουμε για τους άλλους και τώρα και στα γεράματά μας χωρίς ανάσα, και όταν έρθει η ώρα μας θα πεθάνουμε αγόγγυστα…».

Το πάλεψε όπως και όσο μπορούσε προσφέροντας δωρεάν τις υπηρεσίες του στους απόκληρους ώς το τέλος κι έγραψε κείμενα ξεχωριστά, θεατρικά και μικρές ιστορίες, που ταξίδεψαν παντού, μιλώντας στους ανθρώπους πάνω από θάλασσες και σύνορα, παιδί μιας χώρας με την καλύτερη λογοτεχνία ίσως στον κόσμο εκείνη την εποχή. Δεν παραδόθηκε ποτέ από τη μάχη του να καλυτερεύσει η ζωή: «Εκείνη η ψευδαίσθηση που μας συναρπάζει είναι προτιμότερη από δέκα χιλιάδες αλήθειες». Και δεν έπαψε να πιστεύει: «Οταν διψάς θαρρείς πως μπορείς να πιεις όλη τη θάλασσα!…», έγραψε… Και η θάλασσα βρίσκεται ακόμα εδώ. Απροσπέλαστη, απόμακρη, αλλά κι ελπιδοφόρα. Ο Αντον Τσέχοφ…