Από την ανοικτή τηλεόραση ακουγόταν η προσεκτικά επιμελημένη διαπεραστική φωνή του τηλεπαρουσιαστή, να απαγγέλλει τις -αποδεκτές από τον μεγιστάνα ιδιοκτήτη του τηλεοπτικού σταθμού- ειδήσεις. Και γιατί τους ακούς, θα αναρωτηθείτε. Είναι απλό: Δεν ακούω τις «ειδήσεις», αλλά τον «θόρυβό» τους, από τον οποίο προσπαθώ να απομονώσω τις θετικές του όψεις. Μπορεί να ακούγεται ως υπερβολή, αλλά σε αυτόν τον καλοσχεδιασμένο τηλεοπτικό αχταρμά μπορείς να βρεις χρήσιμα στοιχεία. Για παράδειγμα, σε βοηθά να θυμηθείς ότι υπάρχει ζωή έξω από τους τοίχους του περιορισμένου μικρόκοσμου. Επίσης, ο εκνευρισμός που προκαλεί η αξιολόγηση των όσων συμβαίνουν συμβάλλει στο να αισθάνεσαι ζωντανός. Επιπλέον, η τηλεοπτική εκδοχή των ειδήσεων πολλές φορές λειτουργεί και ως μέτρο αξιολόγησης των απόψεων για όσα συμβαίνουν γύρω σου. Τέλος, οι τηλε-ειδήσεις σε βοηθούν να αντιληφθείς τον τρόπο που αντιμετωπίζουν και αξιολογούν τα «μικρά» και τα «μεγάλα» γεγονότα οι πολιτικές και οικονομικές εξουσίες.
Επιστρέφω στην τηλεοπτική εκδοχή των «ειδήσεων». Εκεί, λοιπόν, που ο τηλεπαρουσιαστής, με την κατάλληλα «χρωματισμένη» φωνή, μας «ενημέρωνε» για την κακοκαιρία που πλήττει τις ΗΠΑ, τα κάλαντα στους πολιτικούς «άρχοντες» και τον επιθετικό σουλτάνο, σαν σφήνα εμφανίζεται μια είδηση που αφορούσε τον εφιάλτη που βίωσε ένας έφηβος από τους συμμαθητές του. Με λέξεις προσεκτικά τακτοποιημένες, ώστε να προκαλέσουν απέχθεια, φόβο, αγανάκτηση, ντροπή…, ο τηλεπαρουσιαστής περιέγραφε μια αδιανόητη κατάσταση, που -δεν υπάρχει αμφιβολία- έκανε τους περισσότερους από όσους άκουγαν να αναρωτηθούν: Είναι δυνατόν;
«Γυρίσαμε στην εποχή του Ντίκενς και του Ολιβερ Τουίστ». Η παρατήρηση της Κατερίνας, που εκείνη την ώρα διάβαζε, με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι η συγκεκριμένη ιστορία ουσιαστικά είναι ένας ακόμα κρίκος της αλυσίδας των ειδήσεων ακραίας νεανικής παραβατικότητας, που εδώ και καιρό περιλαμβάνει το μενού των ειδήσεων όλων των τηλεοπτικών καναλιών. Κλοπές, κακοποιήσεις, ναρκωτικά, πορνεία, εκμετάλλευση… Δράματα με θύτες και θύματα μικρά παιδιά, που «σερβίρονται» από τα «κουτιά» και τους «τηλεαστέρες» με τέτοιο τρόπο, ώστε να διεγείρουν το συναίσθημα και να νεκρώσουν τη λογική. Απάνθρωπες συμπεριφορές σε βάρος παιδιών που στο άκουσμά τους αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι στο 1838 (σ.σ.: τότε εκδόθηκε το μυθιστόρημα του Ντίκενς), στην εποχή της ακραίας ανισότητας, στην οποία η επιδίωξη απόκτησης πλούτου ήταν θρησκεία. Ιστορίες που τα ισχυρά συναισθήματα που διεγείρουν, δεν αφήνουν χώρο στο μυαλό για ερμηνείες, αξιολογήσεις, κρίσεις, συγκρίσεις, αποτιμήσεις….
Τι συμβαίνει όταν το συναίσθημα υποκαθιστά τη λογική; Η ιστορία δείχνει ότι αυτή είναι η συνταγή που ακολουθούν οι πολιτικές ελίτ, προκειμένου να στρέψουν τη σκέψη των ανθρώπων μακριά από τα αποτελέσματα των πολιτικών τους. Και η νεανική παραβατικότητα σε κάθε της μορφή δεν οφείλεται ούτε στον σατανά ούτε στις διεστραμμένες ψυχές των παιδιών που παρανομούν. Δεν γυρίσαμε στην «εποχή του Ντίκενς και του Ολιβερ Τουίστ» γιατί ξαφνικά πέσαμε στη γενιά των… κακών παιδιών. Βιώνουμε καταστάσεις που μας γυρνάνε στον 19ο αιώνα, επειδή οι σχετικές κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που διαμορφώθηκαν από τις πολιτικές που εφαρμόζονται τις ευνοούν. Η αύξηση της νεανικής παραβατικότητας δεν είναι τυχαίο γεγονός, αλλά το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της πολιτικής αντίληψης που βασίζεται στο δόγμα Χάγιεκ, σύμφωνα με το οποίο «η ταχεία οικονομική πρόοδος […] είναι αδύνατη χωρίς αυτήν την ανισότητα». Οι κραυγαλέες ανισότητες που γύρισαν τον κόσμο στην εποχή του Ντίκενς και στερούν από τα παιδιά τις ευκαιρίες για ένα καλύτερο μέλλον, είναι η αιτία που σε όλο τον κόσμο η νεανική παραβατικότητα έχει εκτιναχθεί.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι κανείς από όσους έχουν αναλάβει να φέρουν την κοινή γνώμη στα επιθυμητά από τις πολιτικές και οικονομικές εξουσίες μέτρα δεν αναφέρεται σε αυτήν την πτυχή του ζητήματος. Κανείς από αυτούς δεν προχωρά ένα βήμα παραπέρα από τις περιγραφές με φορτισμένα επίθετα και επιρρήματα, για να κάνει συσχετισμούς με την καθημερινότητα που βιώνουν οι παραβατικοί νέοι στο στενό οικογενειακό περιβάλλον τους. Κανείς από αυτούς δεν αναφέρεται στη συσχέτιση που υπάρχει μεταξύ της παραβατικότητας και της οικονομικής περιθωριοποίησης. Κανείς από αυτούς δεν μιλά για το πώς έχει αλλάξει η ελληνική κοινωνία τα τελευταία δώδεκα χρόνια, στη διάρκεια των οποίων η προσήλωση στο «ευέλικτο» κόστος εργασίας μετατράπηκε σε δογματική αλήθεια όλων των κυβερνήσεων και το χρήμα σε… θεό.
Η νεανική παραβατικότητα είναι οιωνός που προειδοποιεί ότι, αν δεν ανακαλύψουμε και αν δεν αντιμετωπίσουμε άμεσα τις πραγματικές αιτίες που την προκαλούν, τότε αύριο οι πιο αποκρουστικοί εφιάλτες θα γίνουν πραγματικότητα.
*Δημοσιογράφος, συγγραφέας
