Απεργία την Τετάρτη! Η δικιά μου απεργία, η δικιά μου φωνή. Θα κατέβω στον δρόμο και θα φωνάξω, θα διαμαρτυρηθώ, θα βρίσω, θα εκτοξεύσω κατάρες, θα «κατεβάσω» όλα τα ιερά και τα όσια, θα φασκελώσω στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα –ντόπιους και ξένους αχόρταγα βολεμένους, παράφρονες πολεμοχαρείς, υποκριτές διαπραγματευτές. Θα ουρλιάξω εγώ απέναντι σε όλους. Θα κάνω τη δικιά μου απεργία.
Οχι, δεν θα κοιτάξω δίπλα μου, δεν με νοιάζει ποιος κάνει το κάλεσμα, δεν με νοιάζουν οι εργατοπατέρες –γνωριζόμαστε όλοι καλά. Δεν θα ασχοληθώ τώρα δα με τα προηγούμενά τους, αν φταίνε ή δεν φταίνε που με τους συμβιβασμένους χειρισμούς τους απαξιώθηκε ο συνδικαλισμός (ναι, είναι και άλλοι πολλοί λόγοι και εμείς). Δεν θα ασχοληθώ με τα συνέδριά τους σε κοσμοπολίτικα νησιά και πεντάστερα ξενοδοχεία. Θα αφήσω στην άκρη τη δική τους περιστρεφόμενη πόρτα, όχι γιατί τα ξεχνάω –ίσα ίσα, τα κρατώ και δεν ξεχνώ.
Τώρα, όμως, με νοιάζω μόνο εγώ και τα παιδιά μου –κυρίως τα παιδιά μου που τα έχω αφήσει μόνα τους απέναντι σε αρπαχτικά, σε λαμόγια πολυτελείας.
Θα κατέβω στην απεργία, γιατί πια δεν με χωράει το σπίτι μου, που σε λίγο θα είναι παγωμένο. Δεν με κρατάει το ξεφτισμένο ταβάνι, οι κιτρινισμένοι τοίχοι, ο φόβος της βλάβης, ο τρόμος των λογαριασμών που προσπαθώ να τον αποβάλω, τριγυρνώντας σε σκοτεινά δωμάτια. Δεν με νοιάζει που την Τετάρτη δεν θα φάω και πάλι μακαρόνια ορφανά.
Θα κατέβω στην απεργία για έναν μεγάλο (αγωνιστικό) περίπατο, εκεί όπου «θάφτηκαν(;)» εκατομμύρια από κακομαθημένο γόνο που ετοιμάζει τα χριστουγεννιάτικα παιχνίδια του και τα γιορτινά του.
Θα κατεβώ στην απεργία, γιατί δεν θέλω να τους ακούω πια μήτε και να τους βλέπω. Με εκνευρίζει η ατσαλακωσιά τους, με εξαγριώνει το τσιτωμένο ύφος τους, με προκαλεί μέχρι τρέλας η πλούσια υπεροψία τους κι η τάχα κατανόησή τους.
Θα κατέβω στην απεργία για μένα, για τα παιδιά μου, αλλά και για κείνα τα μαραγκιασμένα χέρια που προχθές στο σούπερ μάρκετ έπιαναν ό,τι υπήρχε στο ράφι και το ξανάβαζαν στη θέση του…
