Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ακριβώς μετά την Κατοχή, ο Νίκος Καζαντζάκης αρχίζει να οργανώνει το Σοσιαλιστικό κόμμα, που πάντα είχε κατά νου, επισκέφτεται την Κρήτη ως ειδικός απεσταλμένος για να μελετήσει τις θηριωδίες των Γερμανών και συνεχίζει να γράφει τα δράματά του, αλλά συνάμα στρέφεται, ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’30, στο μυθιστόρημα, με τον Ζορμπά να ξεμυτίζει πρώτος από την πένα του. Σ’ αυτό το πλαίσιο, το 1946 γράφει το ανέκδοτο ώς τώρα έργο του «Ο ανήφορος», το οποίο εκδίδεται φέτος για πρώτη φορά.

Πρωταγωνιστές είναι ο Κοσμάς και η Νοεμή, οι οποίοι εμφανίζονται λίγο παραλλαγμένοι στον «Καπετάν Μιχάλη». Ο Κοσμάς, εδώ, είναι ο γιος του Μιχάλη που γυρίζει στη γενέτειρα Κρήτη με την Εβραία γυναίκα του, λίγες μέρες μετά τον θάνατο του «κύρη» του, και ζει από κοντά τον θάνατο του εκατοχρονίτη παππού του Σήφακα. Η επαφή με τα κατεστραμμένα χωριά της μεγαλονήσου, τα οποία ερειπώθηκαν από τους Γερμανούς, αλλά και τα λόγια παλαίμαχων καπετάνιων, οι οποίοι αναζητούν το νόημα της ζωής, τον οδηγούν στην Αγγλία, όπου ψάχνει να βρει πώς θα αλλάξει τον κόσμο!

Στον «Ανήφορο» βλέπουμε πάλι τις βασικές ιδέες που κανοναρχούν τη σκέψη του Ν. Καζαντζάκη, ιδέες που στηριγμένες στον Υπαρξισμό, όμοιες με αυτές που θα αναπτύξει λίγο μετά και ο Αντώνης Σαμαράκης, επιφορτίζουν τον άνθρωπο με μια τεράστια ευθύνη. Επειδή ο κόσμος καταστρέφεται από την επιστήμη, τον πόλεμο, την αδικία, καθένας οφείλει να σηκώσει το ανάστημά του σ’ αυτήν την παραζάλη. Ο Κοσμάς είναι ο σπουδασμένος Κρητικός, ο οποίος πρέπει –το νιώθει κι ο ίδιος– να εγκαταλείψει τη ραστώνη του λόγου και να περάσει στην ορμή της πράξης. Μότο του θα μπορούσε να είναι το καζαντζακικό «Ν’ αγαπάς την ευθύνη, να λες εγώ, εγώ μονάχος μου θα σώσω τον κόσμο. Αν χαθεί, εγώ θα φταίω». Πορεία του, ο ανήφορος, και καθήκον του, η ανάληψη πρωτοβουλιών με πίστη, με επιμονή, με αγάπη.

Πέρα από αυτές τις καζαντζακικές σταθερές, ο συγγραφέας ρίχνει στον «Ανήφορο» το βάρος του στο αντιπολεμικό του μήνυμα, πολύ φλέγον μετά τον καταστροφικό Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην καταδίκη των διανοουμένων ως ναρκισσιστών που βολεύονται εύκολα και στη σύζευξη ενός μη-υλιστικού κομμουνισμού με έναν γήινο χριστιανισμό. Τη σωτηρία δεν θα τη φέρουν οι άκαπνοι πνευματικοί άνθρωποι, παρ’ όλο που οι «Γραφιάδες» μπορούν να απαθανατίσουν τα προβλήματα και να ευαισθητοποιήσουν γι’ αυτά, αλλά οι ταπεινοί λαοί με τις ανεξερεύνητες δυνάμεις τους. Το μετακομμουνιστικό «πιστεύω» του, όπως ήδη το είχε συλλάβει από τη δεκαετία του 1920, προσπαθεί να κινητοποιήσει την ανθρωπότητα, με άξονα την αγάπη και τον ανθρωπισμό, ώστε αυτή να ξεπεράσει τα προβλήματά της. Πρόκειται για έναν οραματικό ιδεαλισμό, που δεν προτείνει συγκεκριμένες λύσεις, ούτε πρακτικές δράσης (άλλωστε στο τέλος ο Κοσμάς δεν προχωρά στην πράξη, αλλά ορμά και πάλι στη γραφή!). Προτείνει, πιο πολύ, μια αφύπνιση, προσωπική και συλλογική, η οποία θα αποτελέσει τη θρυαλλίδα για να ξεσπάσει μια πνευματική και ηθική επανάσταση, που θα καταστρέψει τον σάπιο κόσμο και θα χτίσει έναν καινούργιο.

Στην ουσία, στον «Ανήφορο» ο συγγραφέας μεταφέρει τα διδάγματα της «Ασκητικής» (1927), με άξονα το ύψιστο χρέος του ατόμου, που είναι η σωτηρία του κόσμου, και προετοιμάζει το έδαφος για τα γνωστά μυθιστορήματά του. Μεγάλο μέρος του πρώτου μισού του έργου εντάσσεται λίγο αργότερα στον «Καπετάν Μιχάλη» (1953), ενώ πολλά τμήματά του ανευρίσκονται στο «Ταξιδεύοντας: Αγγλία» (1941).

Γιατί δεν το εξέδωσε εντέλει; Πιθανότατα, στους πειραματισμούς του μέσα στον χώρο του μυθιστορήματος ο Ν. Καζαντζάκης δεν έμεινε απόλυτα ικανοποιημένος και γι’ αυτό, αργότερα, ενσωμάτωσε κομμάτια της αφήγησης, αλλά και φιλοσοφικές και κοινωνικές ιδέες, σε άλλα του έργα, αποσυνθέτοντας έτσι το υλικό του. Η γραφή του είναι ακόμα άγουρη, σε μερικά σημεία διακρίνεται από έναν αντιμυθιστορηματικό δοκιμιακό λόγο και η μυθιστορηματική πλοκή πάσχει, καθώς σπάει σε δύο ασύμβατα μέρη (Κρήτη και Αγγλία), αλλά εντέλει μέσα στην πορεία της συγγραφικής ωρίμασης του Ν. Καζαντζάκη παρουσιάζει ένα ιστορικό ενδιαφέρον. Αναδεικνύει τη σκέψη του συγγραφέα αμέσως μετά την Κατοχή, χρησιμοποιεί τον Κοσμά σαν alter ego, που ζηλεύει τους πρωτεργάτες της δράσης, εκφράζει το παράπονό του για τις παρατάξεις στην Ελλάδα, οι οποίες δεν συναινούν σε μια ευρεία ιδεολογική σύνθεση, και τονίζει το χρέος που πρέπει συνεχώς να αφυπνίζει τον άνθρωπο.