Η ανάγκη επιστροφής στο «τοπικό» και στην «τοπικότητα» δεν είναι καινούργια. Οι ρίζες ανάγονται στην εμφάνιση του πρώτου οικολογικού και αντικαταναλωτικού κινήματος στα μέσα της δεκαετίας του 1960 και αρχές του 1970, και ταυτόχρονα της πολιτικής οικολογίας.
Το πρόταγμα της επανατοπικοποίησης βρίσκεται, με διαφοροποιήσεις, στο κέντρο άλλων ριζοσπαστικών προταγμάτων όπως π.χ. του οικοκομμουναλισμού, της απομεγέθυνσης, των κοινών και της περιεκτικής δημοκρατίας.
Οπως γράφει ο Π. Νούτσος («Εφ.Συν.» – «Νησίδες», 30-31/7/2022) με τον όρο «τοπικότητα» μπορεί κατ’ αρχάς να νοηθεί η «πλούσια σε καθορισμούς και σχέσεις ολότητα μικρής πληθυσμιακής κλίμακας». Πιο ειδικά, κύρια βάση της και αποτύπωσή της είναι ο αγροκοινωνιολογικής προέλευσης βιο-χωρο-τόπος (territoire) και συνδέεται με την «κοινότητα», οικοκοινότητα, οικο/βιοπεριοχή κ.λπ.
Ο βιο-χωρο-τόπος όμως δεν είναι μόνο γεωγραφική έννοια, μια καθορισμένη δηλαδή γεωγραφική-εδαφική ενότητα στην οποία εμπεριέχονται η ταυτότητα και η φυσική και πολιτιστική κληρονομιά ενός χωρο-τόπου ή περιοχής, ούτε έχει θεσμική-διοικητική αποτύπωση (όπως η πόλη, η περιφέρεια, η συνοικία κ.λπ.). Είναι χώρος υπό κατασκευή ζωτικών λειτουργιών («ουτοπικός»-ετεροτοπικός/ευτοπικός) και διεκδίκηση, αλλά και σηματοδοτεί την επανεπινόηση μιας ολόκληρης συλλογικής κουλτούρας και της σχέσης μας μ’ αυτόν («κουλτούρα του τοπικού»).
Με άλλα λόγια, η επανατοπικοποίηση είναι μια γενικότερη διεργασία και διαδικασία όχι μόνο οικονομική αλλά και πολιτισμική επαναφοράς και επαναπροσδιορισμού της σχέσης μας με τον (συλλογικό) βιο-χωρο-τόπο. Προϋποθέτει, όπως τονίζει ο Σ. Λατούς, τη γενικότερη και σε μεγάλη έκταση επιστροφή του «τοπικού» στο σύνολο της ζωής. Από αυτή την άποψη, ως επανεφεύρεση ενός πεδίου (διαπροσωπικών) σχέσεων-δεσμών, η τοπικοποίηση εκφράζει την κατά Κ. Polanyi επανένταξη του πολιτικού στο κοινωνικό.
Τούτο στο μέτρο που το πολιτικό δεν είναι αυτοσκοπός αλλά πεδίο όπου μια τοπική κοινότητα καλείται να ρυθμίσει τους όρους συμβίωσή της και ικανοποίησης των αναγκών της. Ετσι, το συγκεκριμένο βιο- χωρο-τοπικό (η τοπική «κοινότητα») αντιτίθεται όχι μόνο στο αφηρημένο εθνοσυλλογικό και στο συγκεκριμένο ταξικό κρατοσυγκεντρωτικό αλλά και στο διάχυτο και πολυκεντρικό/πολυτοπικό παγκόσμιο.
Ειδικότερα στο οικονομικό πεδίο, το «τοπικό» έχει γίνει σήμερα, όπως αρχικά αναφέρθηκε, αφενός ένα αντίβαρο και ανάχωμα στην ομογενοποιητική και «τυφλή» παγκοσμιοποίηση και αφετέρου το προνομιακό και αφετηριακό (μικρο)πεδίο μιας εναλλακτικής δυνατότητας-ουτοπίας απέναντι στον παγκοσμιοποιημένο, χρηματιστικοποιημένο και ψηφιοποιημένο καπιταλισμό και στη μαζική παραγωγή. Εναλλακτικής δυνατότητας με έμφαση στην πραγματική οικονομία, με επανάκτηση και επανασχεδιασμό της εσωτερικής αγοράς (παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης).
Μιας αγοράς με ήπια και ανθρώπινα χαρακτηριστικά, ως χωρο-τόπο και όχι ως μηχανισμό (ρύθμισης/τιμών). Αγοράς με νέους τοπικούς χρηματο-οικονομικούς θεσμούς (εναλλακτικά ή συμπληρωματικά νομίσματα, αλληλέγγυα χρηματοδότηση, μικροπίστωση, τοπικά συστήματα ανταλλαγών και εναλλακτικά μικρά δίκτυα διανομής χωρίς μεσάζοντες –με ενοποιημένους παραγωγούς/καταναλωτές–, τοπικοί-συνεργατικοί ή δημοσυνεταιριστικοί πιστωτικοί θεσμοί. κ.ά.).
Σημαντικό ρόλο στην παραπάνω διεργασία και διαδικασία διαδραματίζουν οι εναλλακτικές-συλλογικές μορφές (κοινωνικής και αλληλέγγυας/συνεργατικής) οικονομίας με βάση την εγγύτητα, με τέτοια εγχειρήματα να συναντάμε σχεδόν παντού (παρότι τούτο συνήθως δεν προβάλλεται). Πράγματι η οικονομία του βιο-χωρο-τόπου είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με μια «οικονομία της εγγύτητας» που ανταποκρίνεται καλύτερα στις ανάγκες και τις προσμονές του (τοπικού) πληθυσμού.
Οικονομία με έκδηλη την επαναθεώρηση της έννοιας του πλούτου με βάση τις ανάγκες και την ολιγοεπάρκεια, ομότιμη και ψηφιακή διασυνεργασία (που δεν ταυτίζεται με την πλατφορμική οικονομία), με γειτονικούς βιο-χωρο-τόπους ή και μακρινούς με τους οποίους ανταλλάσσουν στη βάση των αρχών της αμοιβαίας και ισοδίκαιης ανταλλαγής.
Γενικότερα, το «τοπικό» παρουσιάζεται ως προνομιακός χώρος ανθεκτικότητας, η οποία συνίσταται στην ικανότητα ενός συστήματος να διατηρεί τις πρωτεύουσες λειτουργίες του σε περιπτώσεις οικονομικών, κοινωνικών, οικολογικών, κρίσεων (σοκ). Οσο πιο πολλά είναι τα μικρά ανθεκτικά συστήματα σε τοπική κλίμακα διασυνδεδεμένα, αποκεντρωμένα, κυκλικά, διαφοροποιημένα και διαφανή, τόσο περισσότερες δυνατότητες διαφυγής δημιουργούνται απέναντι στις κρίσεις.
Με λίγα λόγια, η επιστροφή στο «τοπικό» (αλλά και στο «μικρό») συνιστά μια αντίστροφη και συμπληρωματική κίνηση προς την παγκοσμιοποίηση, με μη διαμεσολαβημένες ανθρώπινες δραστηριότητες, νέες εμπορευματικές ανταλλαγές, νέους πολιτικούς-οικονομικούς θεσμούς και δεσμούς και την άνθηση της αλληλεγγύης σε μια φιλική και συμποσιακή συμβίωση (convivialité).
Η τάση αυτή θα γίνει με προσαρμογή στις ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περιοχής-ιδιοτοπίας, και τους διαθέσιμους σ’ αυτήν φυσικούς, οικονομικούς και γνωσιακούς πόρους με περιθώρια, παράλληλα, κοινωνικού/ «κοινοτικού» ελέγχου τής –σχετικά αυτοδύναμης (και όχι αυτάρκους)– οικονομίας. Αλλωστε σε κάθε βιο-χωρο-τοπο αντιστοιχεί (σε αντίθεση με το κλασσικό συγκριτικό πλεονέκτημα ) ένα μη συγκρίσιμο και μοναδικό πλεονέκτημα, αυτό της ιδιαιτερότητας-ιδιοτοπίας.
Βέβαια, η τοπικότητα/τοπική «κοινότητα», «αστική ή αγροτοποιμενική» (Π. Νούτσος, «Εφ.Συν.» – «Νησίδες», 7-8/5/2022) δεν λειτουργεί αποκομμένη από το κράτος, το διεθνές περιβάλλον, την τοπική αυτοδιοίκηση και τη λεγόμενη, πλην θολή, «κοινωνία των πολιτών».
Με άλλα λόγια, η επανατοπικοποίηση δεν σημαίνει αυτοπεριορισμό στο «μικρό» και «μερικό» ή/και ότι θα επιστρέψουμε στις χειροτεχνικές παραδοσιακές κοινότητες. Οπως ανέδειξε ο Ντ. Χάρβεϊ, υπάρχουν τεχνολογικά επιτεύγματα που μπορούν να αξιοποιηθούν, στην παραγωγή τοπικών προϊόντων και με πολύ λιγότερη επιβάρυνση για το περιβάλλον. Προϊόντα που δεν θα τα προμηθευόμαστε μέσω του παγκόσμιου «ελεύθερου» εμπορίου, ξεφεύγοντας έτσι από την εμπλοκή στην ανταγωνιστικότητα του χαμηλού κόστους παραγωγής. Οι νέες τεχνολογίες σήμερα (πληροφορικής, επικοινωνίας κ.ά.) επιτρέπουν τη διάσπαση στον χώρο της παραγωγής, διατηρώντας το πλεονέκτημα των οικονομιών κλίμακας.
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η επανατοπικοποίηση, η οικονομία του βιο-χωρο-τόπου, δεν ταυτίζεται με την «οικονομία του τοπικού» αλλά ούτε και με τη λεγόμενη «τοπική ανάπτυξη ή, ακόμα λιγότερο, τη θεωρία της ενδογενούς ανάπτυξης /μεγέθυνσης». Η τελευταία βασίζεται κυρίως στην έρευνα που γεννά τεχνοκαινοτομίες, χάρη στις οποίες αναπτύσσεται η οικονομική δραστηριότητα/μεγέθυνση αλλά και το επίπεδο και ο τρόπος ζωής των κοινωνιών.
Και η θεωρία όμως αυτή παραβλέπει τα όρια στη μεγέθυνση και ειδικότερα τα οικολογικά, αλλά και τις ανισότητες που συνεπιφέρει. Παράλληλα, τέλος, η οικονομία του βιο-χωρο-τόπου δεν πρέπει να συγχέεται με την τάση της τελευταίας δεκαετίας της λεγόμενης αποπαγκοσμιοποίησης (demondialisation), όπου μεγάλες πολυεθνικές επανατοπικοποιούνται-«επανεθνικοποιούνται». Σε αυτή την κατεύθυνση γενικότερα παρατηρείται πως η οικονομία τα τελευταία χρόνια γίνεται πολυτοπική και λιγότερο διεθνική ή παγκοσμιοποιημένη ως προς την οργάνωση της παραγωγής.
Η επαναφορά στο «τοπικό» προϋποθέτει μια ουσιαστική-ριζική θεσμική αποκέντρωση και αποσυγκέντρωση σε όλα τα επίπεδα. Και τούτο στο πλαίσιο ενός ανατρεπτικού αμεσοσυμμετοχικού δημοκρατικού επανασχεδιασμού, ώστε να διαμορφωθεί σταδιακά μια «κουλτούρα του τοπικού» αλλά και του «μικρού» και του «ολιγοεπαρκούς», με το δίπολο οικο-νομία/ανάπτυξη να λαμβάνει μια οικοκοινωνική, ποιοτική, ισοδίκαιη και ανθρώπινη διάσταση.
*Ομότιμος καθηγητής Πανεπιστήμιο Πατρών
