Αντλώντας από τη «Μικρή γοργόνα» του Αντερσεν η τρίτη συλλογή της Λίλλη διατηρεί το υπόβαθρο του παραμυθιού -την απόφαση της γοργόνας να γίνει άνθρωπος με ψυχή προκειμένου να βιώσει τον έρωτα- και το μη αίσιο τέλος. Τα 24 έντιτλα ποιήματα συν το επιλογικό μονολεκτικό «εδώ» συναπαρτίζουν μια ενιαία σύνθεση. Αξιοποιώντας το δίλημμα ψυχή-σαρκικός έρωτας με κόστος τον θάνατο ή ζωή τριακοσίων ετών χωρίς αυτά η συλλογή περιστρέφεται γύρω από το πολυσύνθετο ερωτικό βίωμα.
Η ποιητική φωνή-Γοργόνα, «μισή/γυναίκα μισή/ψάρι μισή άνθρωπος μισή/ζώο…», στη βάση ενός υμνητικού ή ελεγειακού λυρισμού άλλοτε διατρανώνει τον γυναικείο ερωτισμό («Ανάμεσα στα πόδια μου γεννιέται ο κόσμος όλος˙/ ποτάμια, δάση, θρίαμβοι, ρομφαίες και στιλέτα, αγάπη, μίσος, δόρατα, κοντάρια, μια φαλτσέτα/») άλλοτε θρηνεί την παράδοσή της στον πόθο: «Εσύ μπροστά/κι εγώ πίσω δυστυχώς/ τη λησμονιά του προσώπου σου/σέρνω». Ο τελικός μονόλογος της Γοργόνας με ειρωνικό τρόπο επικεντρώνεται στην ποίηση και δηλώνει «για σε ποίημα αθάνατο γράφω» («Επιγραμματικό»).
Πρόκειται για ενδιαφέροντα τρόπο σύνθεσης μιας ερωτικής ελεγείας.
Πρώτον, για την επανεγγραφή του παραμυθιού με απόληξη την πράξη της γραφής. Η σύνδεση αυτή στο πρόσωπο ενός τερατόμορφου γυναικείου όντος (που στο πρώτο ποίημα παρουσιάζεται ως Σειρήνα συμφύροντας τα δύο μυθικά πρόσωπα) υπενθυμίζει την παλαιά θεώρηση της γυναικείας γραφής ως παραγόμενης από μη γυναίκα, ένα «παράδοξον τέρας» αλλά και γενικά στη (ρομαντικής βάσης ή ψυχαναλυτικής ερμηνείας) άποψη για την παραγωγή ποίησης ως πένθος-αποτέλεσμα συναισθηματικού κλονισμού.
Δεύτερον, η μορφολογική ποικιλία μαρτυρεί τον συστηματικό πειραματισμό της Λίλλη πρωτίστως με τις έμμετρες φόρμες (το δεύτερο ποίημα είναι μπαλάντα) αλλά και με τους τρόπους του ελεύθερου στίχου (το πεζόμορφο με ρυθμικότητα «Στο κύμα») και συνδέει δυναμικά μορφή με περιεχόμενο: υψηλό ποσοστό εμμετρότητας, ποικιλία ρίμας, ισχυρή παρουσία ρυθμικότητας με ποικίλα μέσα, προσεγμένη χρήση διασκελισμών.
Τρίτον, η συλλογή επαναφέρει λειτουργικά, ενισχυμένη από επιλεγμένο λεξιλόγιο, την παρεξηγημένη σύζευξη λυρισμού-θεματικής έρωτα επιδιώκοντας την ανανέωσή της, ενώ τον συνδυασμό αυτόν υποστηρίζει και η επιλογή λεξιλογίου. Παραπομπή στον μύθο αποτελεί το σκίτσο της Γοργόνας σε κάποιες σελίδες.
«Το φεγγάρι σαν κύμα,[…] εξωραΐζοντας τη φαντασία/στην επιφάνεια του χαρτιού σου». Οι στίχοι από το ποίημα «Ανατέλλει, παγωμένο ασήμι» (δηλαδή ένα καλβικό φεγγάρι «ψυχρόν αργύριον») ορίζουν την πρώτη συλλογή της Καλοκύρη. Την απαρτίζουν 42 ποιήματα (μερικά συντομότατα) όπου «ενήλικο σπίτι, ενήλικα όνειρα. Απότομα» συνυπάρχουν στην «Ενήλικη χώρα», τη «Χώρα αναμονής/η εξορία του χρόνου» με «σύννεφα μπλε σε μπλε ουρανό». «Μια πιο λοξή ζωή θα ήταν αρκετή» αποφαίνεται, σε ιαμβικό ρυθμό, η ποιητική φωνή στο ποίημα «Ενήλικη χώρα» και αυτό εφαρμόζει στη συλλογή.
Πρόκειται για τη μεταστοιχείωση ενός υλικού καθημερινού μικρόκοσμου αντικειμένων, προσώπων και επεισοδίων αντιληπτών με τις αισθήσεις, στο άυλο, το αντιληπτό με τον νου ή τη διαίσθηση: από το απτό αντικείμενο στην πρώτη απαρχή του (βλ. τα ποιήματα «Σαπούνι» και «Μαξιλάρι»), από την ασήμαντη λεπτομέρεια της καθημερινής πράξης στην αναζήτηση της αιτίας της. Μέσω συνειρμών παράγεται εσωτερική σύνδεση υλικού-άυλου δημιουργώντας ένα ενίοτε άνισο αλλά γενικά ενδιαφέρον αποτέλεσμα. Ανισο διότι η λογική των συνειρμών δεν είναι συνήθως ορατή, ενώ συχνά οι εξομολογητικά στοχαστικοί στίχοι ή οι εγκάθετες εικόνες λειτουργούν διασπαστικά στην οργανική ενότητα του ποιήματος δίνοντας την εντύπωση σύμπηξης δύο ποιημάτων, σαν αδυναμία διευθέτησης του υλικού με αφαίρεση και όχι με προσθήκη (π.χ. το «Κάθε πρωί», «Στην πόλη» ή στο πολύ καλό «Ερπης Ιουλίου» όπου ο αιφνίδιος συνειρμός «Αγνοούμε πώς εκείνη η αθέατη πλευρά/του πίνακα…» διακόπτει τη ρέουσα εικόνα περιγραφής του έρπη χωρίς ουσιαστικό λειτουργικό αποτέλεσμα).
Ενδιαφέρον εγχείρημα γιατί η Καλοκύρη έχει ικανότητα να μεταπλάθει το οικείο υπακούοντας σε μια προσωπική «φαινομενολογία» όπου η αναφορικότητα, πέρα από τον όποιο αφελή και αναποτελεσματικό ρεαλισμό, συνεπάγεται μια αναγωγή στον ψυχικό κόσμο ή στο φαντασιακό και χωρίς επιφανειακό λυρισμό παράγει εικόνες προσωπικής ερμηνείας του εαυτού και του κόσμου. Επίσης, γνωρίσματα μιας ιδιότονης φωνής αποτελούν η επιμελημένη στιχουργική με χρήση έμμετρων στίχων και εύστοχο χειρισμό διασκελισμών («Αιώνια μάχη» σχεδόν εξ ολοκλήρου σε αναπαιστικό ρυθμό, τη ρυθμική προτίμηση της Καλοκύρη).
