Ηταν ένα μάθημα στο Γυμνάσιο (προ Λυκείων, τον καιρό των εξατάξιων), μέρος των Θρησκευτικών, η Λειτουργική και κατήχηση. Από λειτουργική όλο και κάτι ψιλοθυμάμαι: άμφια ιερέων, εκκλησιαστικά σκεύη, μέσες άκρες. Από κατήχηση… άλαλα τα χείλη του ασεβούς. Αμνησία πλήρης. Κάτι θυμάμαι και από κατηχητικά της εποχής, που όμως δεν ήταν στα σχολεία, ήταν σε χώρους των εκκλησιών. Θυμάμαι, ιδιαίτερα, τους κατηχητές, κάτι σαν ξεχωριστή φυλή. Κι αυτό γιατί όλοι, τουλάχιστον στα κατηχητικά των Αμπελοκήπων, είχαν κατσαρά μαλλιά χτενισμένα προς τα πίσω, παχύ μουστάκι, φορούσαν γκρι παντελόνι, άσπρο πουκάμισο, γκρι πουλοβεράκι αμάνικο, γυαλιά μυωπίας με χοντρό σκελετό και είχαν όλοι ίδια, κάπως συριστική, φωνή, μεταξύ ψαλμού και αόριστης απειλής.
Αυτά, προδικτατορικά. Περιορίστηκαν, νομίζω, στη μεγάλη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση –τη μεγαλύτερη, πιστεύω, που επιχειρήθηκε μεταπολεμικά στην πατρίδα μας– των Γεώργιου Παπανδρέου, πρωθυπουργού και υπουργού Παιδείας, Λουκή Ακρίτα, υφυπουργού Παιδείας, και (της ψυχής εκείνης της μεταρρύθμισης) Ευάγγελου Παπανούτσου, γενικού γραμματέα του υπουργείου. Δεν ξέρω ποια ήταν η τύχη των κατηχητικών (σχολείων· έτσι τα έλεγαν τότε: «κατηχητικά σχολεία») στη χούντα· φαντάζομαι πάντως ότι δεν… κακοπάθανε. Αγνοώ δε τι συνέβη με κατήχηση και κατηχητικά σε όλη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης· ακόμα και επί εποχής αρχιεπισκοπής Χριστόδουλου. Τα είχα εντελώς λησμονήσει.
Φαίνεται ότι άλλοι δεν τα είχαν λησμονήσει. Μου τα θύμισε τώρα το δημοσίευμα του Στέργιου Ζιαμπάκα στη χθεσινή «Συντακτών»: «Με τις ευλογίες του Δήμου Αθηναίων, κατηχητικά σε σχολεία». Δεν σπεύδω να σχολιάσω το οπισθοδρομικόν του θέματος, εάν σχολικές επιτροπές 13 Δημοτικών της Αθήνας ζήτησαν να παραχωρηθούν χώροι μες στα σχολεία για κατηχητικές… δραστηριότητες. Ούτε τον εμφανή προσηλυτιστικό χαρακτήρα υπέρ ενός θρησκευτικού δόγματος που περιέχουν αυτές οι «παραχωρήσεις». Εκείνο που αδυνατώ να εννοήσω είναι η σχέση που μπορεί να έχει η κατήχηση μιας θρησκείας με το ανεξίθρησκο της παιδείας. Πόσο… αμαρτήσαμε επιτέλους!
