Λάβαμε και δημοσιεύουμε απάντηση της Εκτελεστικής Γραμματείας της ΟΕΝΓΕ σε δημοσίευμά μας με τίτλο «Ποιος μπλοκάρει την εγκατάσταση Κλινικής Επείγουσας Ιατρικής;» στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Λάρισας:
«Σε μια συγκυρία που η κυβέρνηση της Ν.Δ. έδωσε στη δημόσια διαβούλευση νομοσχέδιο-οδοστρωτήρα για τη δημόσια δευτεροβάθμια περίθαλψη που μας γυρνάει δεκαετίες πίσω για να υπηρετήσει τα συμφέροντα των ιδιωτών κλινικαρχών και των μεγαθηρίων της υγείας που κερδοσκόπησαν άγρια την περίοδο της πανδημίας, αφήνοντας ασθενείς να πεθαίνουν αβοήθητοι, μας προξενεί τουλάχιστον έκπληξη η επιλογή της “Εφ.Συν.” να βάλει στο στόχαστρο τη λειτουργία του ΤΕΠ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Λάρισας (και όχι μόνο), το οποίο με απόφαση του Δ.Σ. του Νοσοκομείου λειτουργεί από τον Αύγουστο του 2017 ως αυτοτελές Τμήμα, όπως ακριβώς προβλέπεται στον οργανισμό του ΠΓΝΛ (1229/11-4-2012). Ενα τμήμα που χάρη στη σκληρή, υπεράνθρωπη πολλές φορές προσπάθεια των γιατρών του, τόσο των ειδικευμένων όσο και των ειδικευόμενων, προσφέρει πολύτιμο έργο στον λαό της Λάρισας. Ιδιαίτερα τα τρία χρόνια της πανδημίας το ΤΕΠ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Λάρισας είχε καθοριστική συμβολή στην περίθαλψη των ασθενών. Οπως άλλωστε και ΤΕΠ σε άλλα πανεπιστημιακά νοσοκομεία τα οποία επίσης ανήκουν στο ΕΣΥ, όπως προβλέπεται από τον οργανισμό τους.
Τα παραπάνω είναι γνωστά εδώ και τουλάχιστον τέσσερα χρόνια. Μάλιστα, η εφημερίδα σας έχει φιλοξενήσει σχετικές ανακοινώσεις της Ενωσης Γιατρών ΕΣΥ Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας και της ΟΕΝΓΕ, όταν και στο παρελθόν είχε επιχειρηθεί η “κατάληψη” του ΤΕΠ από τους κ.κ. καθηγητάς. Ομως η συντάκτρια του εν λόγω δημοσιεύματος (21/10/22) φαίνεται πως τα αγνοεί όλα αυτά. Η συντάκτρια του δημοσιεύματος επιλέγει να κάνει ιδιαίτερη αναφορά στη διευθύντρια του ΤΕΠ του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Λάρισας. Αυτοαναγορεύεται σε αξιολογητή και κρίνει, άραγε με ποια κριτήρια, ότι ο καθηγητής Επείγουσας Ιατρικής του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου της Θεσσαλίας είναι καταλληλότερος για να αναλάβει τη διεύθυνση του ΤΕΠ. Μάλιστα δεν είχε τη στοιχειώδη δημοσιογραφική ευαισθησία να επικοινωνήσει με τη γιατρό, την οποία στοχοποιεί, και να ζητήσει την άποψή της για το θέμα.
Δεν θα σταθούμε περισσότερο σε αυτό όχι επειδή είναι ήσσονος σημασίας αλλά επειδή η ουσία είναι αλλού: Η συντάκτρια του ρεπορτάζ υποστηρίζει ότι η μετατροπή των ΤΕΠ των δύο Πανεπιστημιακών Νοσοκομείων (Πάτρας, Λάρισας) σε Πανεπιστημιακές Κλινικές Επείγουσας Ιατρικής είναι όρος για την εκπαίδευση των νέων γιατρών και ζητάει από την κυβέρνηση να “παρέμβει για την εξόφθαλμη κωλυσιεργία σε βάρος του ΕΣΥ”.
Δεν αρκείται μόνο σε αυτό, αλλά ισχυρίζεται ούτε λίγο ούτε πολύ ότι αρκεί τη διεύθυνση των αντίστοιχων τμημάτων να την αναλάβει ένας πανεπιστημιακός καθηγητής για να αναβαθμιστεί η λειτουργία τους. Προσβάλλει με αυτόν τον τρόπο βάναυσα τους γιατρούς του ΕΣΥ, τους οποίους θεωρεί ούτε λίγο ούτε πολύ “ανάξιους” να παράγουν επιστημονικό έργο και να εκπαιδεύσουν τους νέους γιατρούς.
Για να προλάβουμε τυχόν λαθροχειρίες ενημερώνουμε τη συντάκτρια ότι: 1. Η εκπαίδευση των ειδικευόμενων και εξειδικευόμενων γιατρών διάφορων εξειδικεύσεων γίνεται σε τμήματα του ΕΣΥ σε ποσοστό άνω του 90%, η πλειοψηφία των σημερινών συναδέλφων πανεπιστημιακών γιατρών έχουν υπάρξει ειδικευόμενοί μας, 2. η θεσμοθέτηση της εξειδίκευσης της Επείγουσας Ιατρικής ήταν αίτημα της ΟΕΝΓΕ εδώ και πολλά χρόνια. Οπως επίσης ότι ήδη από το 2017 έχουμε υπογραμμίσει την αναγκαιότητα δημιουργίας του αναγκαίου αριθμού εκπαιδευτικών κέντρων για την εξειδίκευση στην επείγουσα ιατρική, καθώς επίσης την πλήρη ανάπτυξη όλων των τμημάτων και όλων των κλινικών, τη στελέχωσή τους και την ενίσχυση του ιατροτεχνολογικού τους εξοπλισμού με γνώμονα την κάλυψη του συνόλου των αναγκών. Αυτές είναι οι αναγκαίες προϋποθέσεις τόσο για την παροχή υψηλού επιπέδου δωρεάν υπηρεσιών στους ασθενείς όσο και για την εκπαίδευση του νέου επιστημονικού δυναμικού της χώρας μας.
Οφειλε η συντάκτρια για ένα τόσο σοβαρό ζήτημα να ρωτήσει τους νοσοκομειακούς γιατρούς και τα συνδικαλιστικά τους όργανα, τις Ενώσεις Νοσοκομειακών Γιατρών και την ΟΕΝΓΕ.
Οφειλε επίσης να ζητήσει την άποψη της γιατρού Επιστημονικής Υπεύθυνης του ΤΕΠ Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Λάρισας, πριν θίξει την επιστημονική και επαγγελματική της υπόσταση «πίσω από την πλάτη» της γιατρού. Δεν θέλουμε να κάνουμε δίκη προθέσεων. Θέλουμε να πιστεύουμε ότι τα όσα αναφέρονται στο ρεπορτάζ οφείλονται σε κακή ενημέρωση και όχι σε σκόπιμη διαστρέβλωση και παραπληροφόρηση.
Ασφαλώς είναι αναφαίρετο δικαίωμα του καθενός να υποστηρίζει τις θέσεις του. Κανείς όμως δεν δικαιούται να υποστηρίζει ότι φρενάρουν την ανάπτυξη και την αναβάθμιση των τμημάτων και των κλινικών του ΕΣΥ –που λειτουργούν και προσφέρουν πολύτιμες υπηρεσίες χάρη στην ανιδιοτέλεια και την αυταπάρνηση των νοσοκομειακών γιατρών κάτω από ιδιαίτερα αντίξοες συνθήκες– όσοι αντιδρούν στη μετατροπή τους σε πανεπιστημιακές κλινικές».
Η απάντηση της συντάκτριας
Από το πρώτο φύλλο κυκλοφορίας της η «Εφ.Συν.» έχει αποδείξει ότι στηρίζει έμπρακτα το ΕΣΥ και τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι γιατροί εξαιτίας της υποχρηματοδότησης και υποστελέχωσης των νοσοκομείων. Σκοπός του δημοσιεύματος δεν ήταν η στοχοποίηση της διευθύνουσας των ΤΕΠ, η υπόληψη της οποίας δεν θίγεται σε κανένα σημείο του κειμένου. Πολλώ δε μάλλον να θιγεί η πανθομολογούμενη αυταπάρνηση με την οποία οι νοσοκομειακοί γιατροί επιτελούν το έργο τους σ’ ένα καθημαγμένο δημόσιο σύστημα υγείας. Τον τελικό λόγο για το αν πρέπει ή όχι το ΤΕΠ να μετατραπεί σε πανεπιστημιακή κλινική έχουν τα αρμόδια υπουργεία Υγείας και Παιδείας, όπου έχει ήδη γνωστοποιηθεί το ζήτημα. Σε κάθε περίπτωση ο «διχασμός» πανεπιστημιακών-νοσοκομειακών γιατρών αδικεί τον σπουδαίο αγώνα που δίνεται καθημερινά από τους εργαζόμενους όλων των δημόσιων νοσοκομείων της χώρας. Η «Εφ.Συν.» θα συνεχίσει να στέκεται στο πλευρό των νοσοκομειακών γιατρών και να υπερασπίζεται τα δίκαια αιτήματά τους.
Γιώτα Τέσση
