«Αρη, είναι καλός ο καφές; Πιες τον γιατί θα κρυώσει», μου λέει με αδύναμη φωνή η κυρα-Πραξούλα. Εδώ και μέρες σπίτι της είχε κάνει το τοπικό νοσοκομείο. Ανθρωποί της, εκτός από εμάς των οικείους, οι γιατροί και το νοσηλευτικό προσωπικό. Πόσο και πώς αντέχουν νυχθημερόν να φροντίζουν, να απαλύνουν τον πόνο των άλλων· ο οποίος μερικές φορές είναι μεγάλος, δυσβάσταχτος. Κι οι συγγενείς περιμένουν να ακούσουν παρηγορητικό λόγο, ότι ο άνθρωπός τους πάει καλύτερα, διακρίνουν κάποια βελτίωση, κάτι έδειξαν οι εξετάσεις κι η ακτινογραφία. Και ξανά απ’ την αρχή, την άλλη μέρα.
Οσα και να περνούν κάποιοι νοσηλευόμενοι, κι αντιλαμβάνεσαι ότι μερικές φορές είναι δύσκολη η κατάστασή τους, δεν βαρυγκωμούν. «Αχ! Σας κουράζω, σας ταλαιπωρώ κι έχετε τις δουλειές σας». Ετσι είναι οι παλιοί άνθρωποι· μια ολάκερη ζωή έδιναν, πρόσφεραν στους άλλους· συγγενείς, γείτονες, χωριανούς. Θεωρούσαν ότι αυτό είναι το χρέος τους, είναι ταγμένοι απ’ τη ζωή, τη μοίρα, να δίνουν, χωρίς την παραμικρή βαρυγκώμια.
Και τι δεν έκαναν στη ζωή τους! Είχαν τη λάτρα του σπιτιού, να αναθρέψουν τα παιδιά –τότε είχαν πολλά– των γονιών. Ταυτόχρονα να βοηθάνε στα χωράφια, να φροντίζουν τα ζωντανά, να υφαίνουν στον αργαλειό και άλλα τόσα. Δυο μεγάλες χαρές τους ήταν να φτιάχνουν φαγητά –όχι μόνο ένα– και να ψήνουν καφέδες για όλους. Λες και είχαν κάποια μυστική συμφωνία, με κάποια αόρατη αρχή· ειδικά όσες γυναίκες ήταν παιδούλες στην Κατοχή.
Ετσι και τώρα η κυρα-Πραξούλα, η πεθερά μου, μου έφτιαξε τις προάλλες τον τελευταίο καφέ. Εκεί στο κρεβάτι του νοσοκομείου. Νοερά, φαντασιακά για μένα, πραγματικά για κείνη. Με τον μικρό δίσκο, μαζί με κουλουράκια κανέλας και παγωμένο νερό. Κι από κοντά η αγωνία, η ανησυχία της, αν φτάνει το φαγητό που έφτιαξε. Μήπως «να κάνει μια τηγανιά πατάτες, για να έχουν τα μωρά»; Οπου μωρά όλοι εμείς, οι κατιόντες της οικογένειας. Μετά από αυτές τις έγνοιες, μιας ολάκερης ζωής, μας «άφησε χρόνους», καταπώς είπαν οι γιατροί, πάνω που άρχισε να πονάει.
Τώρα θα τα λένε με τ’ άλλα αδέρφια της· τον Κώστα, τον Παναγιώτη, τη Μαρία. Εκεί στο καφενείο τ’ ουρανού, θα τρατάρουν καφέδες σ’ όλους τους γνωστούς και στους άγνωστους· σ’ όσους περνούν απ’ την πόρτα του υπερκόσμου. Ισως και να ξεραίνουν σύκα, αυτά που δεν προφτάσαμε φέτος να κάνουμε. Εχω πρόχειρη τη συνταγή με τις ακριβείς οδηγίες της. «Γράφ’ τη», μου είπε πέρσι, «γιατί εμείς οι παλιές σήμερα είμαστε, αύριο δεν είμαστε» και δεν θα νογάτε.
Καλό κατευόδιο.
* συγγραφέας, διδάκτορας Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας
