Μια μέρα, μέσα στην περίοδο του εγκλεισμού, καθώς κοιτούσα από το μπαλκόνι του σπιτιού μου στη Βέροια τον ουρανό, την ώρα που σουρούπωνε και τις γρήγορες εναλλαγές των χρωμάτων του, ένιωσα να συγχωνεύεται με την εικόνα του ουρανού που υπάρχει στο εξώφυλλο του υπέροχου CD των Charlie Haden – Pat Metheny «Beyond the Missouri sky» που εκείνη την ώρα ακουγόταν από το cd player του σαλονιού μου.
Δυο κόσμοι απομακρυσμένοι και άγνωστοι πλησίαζαν τόσο ο ένας στον άλλο, που είχα ξαφνικά την αίσθηση ότι εκείνη τη στιγμή σε ένα άλλο δωμάτιο σε κάποια πόλη μακρινή, κάπου στο Μιζούρι, παίζεται η ίδια μουσική και ότι οι αισθήσεις μου έχουν συνδεθεί με αυτό το άγνωστο σε μένα πρόσωπο.
Αυτήν ακριβώς τη λυτρωτική μετατόπιση από την απομόνωση του «μερικού» προς κάτι γενναιόδωρα «ευρύχωρο» που περιέχει και σένα, ένα δώρο που μόνο η αληθινή τέχνη προσφέρει, ένιωσα διαβάζοντας το βιβλίο «Με βλέπεις;» της καθηγήτριας Ψυχολογίας και συγγραφέως Φωτεινής Τσαλίκογλου και της δημοσιογράφου-συγγραφέως Τασούλας Επτακοίλη, οι οποίες μέσα στην απομόνωση της καραντίνας συνομιλούν μέσω e-mails, κάνοντας «βουτιές στο μέσα τους», όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο εξώφυλλο του βιβλίου. Καθώς το διαβάζεις συγκινημένος, διαπιστώνεις ότι καταφέρνει να ανασύρει από μέσα σου ό,τι πιο «ανθρώπινο» έχεις και συνάμα σε παρακινεί να ανακαλύψεις την ομορφιά των απλών πραγμάτων (π.χ. τις ανθισμένες κουτσουπιές και τζακαράντες) που συνήθως τα προσπερνάμε αδιάφοροι.
Οι προσωπικές εξομολογήσεις και η τρυφερότητα με την οποία τις «μοιράζονται» ανακάλεσαν και συγχωνεύτηκαν με δικές μου μνήμες από την παιδική ηλικία και τα κοντινά μου πρόσωπα, αυτή την ομορφιά που τη γεύεσαι τότε τόσο φυσικά, χωρίς να σε απασχολεί ο «προσδιορισμός» της, που έπειτα από χρόνια η θύμησή της σου αφήνει μια γλυκόπικρη γεύση στο στόμα και την ονομάζεις ευτυχία. Το καθετί αναδίδει μια ευωδιά υπόσχεσης. Η πραγματικότητα, μια πλαστελίνη που μαλακώνει και χωρίς αντίσταση παίρνει το σχήμα των επιθυμιών σου. Έτσι νομίζεις τότε. Οι απώλειες, οι ματαιώσεις αφορούν τους άλλους. Ώσπου έρχεται η εποχή που δεν μπορεί κανείς να αποφύγει το μερίδιο της οδύνης το οποίο του αναλογεί. Στο σημείο αυτό -όπως αναφέρει η Τσαλίκογλου- ίσως να μην είναι αυταπάτη πως όταν γράφεις για την οδύνη, τη μεταμορφώνεις. Εξάλλου «ένα πλάσμα που θυμάται είναι ο άνθρωπος». Ενώ έχει πατημένο το play στο κασετόφωνο όπου παίζει η παλιά αγαπημένη κασέτα με τραγούδια του Ρέι Τσαρλς, της Έτα Τζέιμς και του Γουίλσον Πίκετ, «υποκλίνεται σε ό,τι έχει χαθεί. Αλλιώς δεν υπάρχει αύριο».
Ύστερα η οδυνηρή έκπληξη της πανδημίας και ο φόβος που φέρνει μαζί της. Η κυρία Φι όμως (ηρωίδα του βιβλίου της Φωτεινής Τσαλίκογλου «Οι παράξενες ιστορίες της κυρίας Φι»), στη συμπόνια και τη λοξή ματιά της οποίας συχνά προστρέχει (και σε αυτό το βιβλίο), παρατηρεί καθησυχαστικά: «Ο φόβος είναι αναγκαίος. Ενώνει τους ανθρώπους. Τους φέρνει μαζί» και δείχνει με φανερή συγκίνηση τη φυλαγμένη φωτογραφία στην οποία ένας γιατρός σταματάει για ένα λεπτό το φορείο για να μοιραστεί με τον ασθενή του την ομορφιά του δειλινού στην πόλη Γουχάν της Κίνας. «Η αιωνιότητα και ένας ολόκληρος κόσμος χωράνε σε αυτό το “ένα λεπτό” και σε αυτό το “μαζί”».
Στο σημείο αυτό ο Ρώσος σκηνοθέτης Αντρέι Ταρκόφσκι, που άκουγε προσεκτικά την κυρία Φι, συμπλήρωσε χαμηλόφωνα: «Ο άνθρωπος μπορεί να συντριβεί ή και να τα βγάλει πέρα στη ζωή. Αν θα τα καταφέρει ή όχι, εξαρτάται από την ικανότητά του να ξεχωρίζει ανάμεσα σε αυτό που έχει σημασία και στο απλώς εφήμερο. Στο τέλος όλα καταλήγουν σε ένα -και μάλιστα απλό- στοιχείο, το μόνο στο οποίο μπορεί υπολογίζει στη ζωή του, την ικανότητα να αγαπά».
«Η αγάπη αγκαλιάζει τα πάντα, ακόμα και τον θάνατο» άκουσε να του λέει η κυρία Φι, η οποία τον έσφιξε στην αγκαλιά της με τόση τρυφερότητα που του ήλθαν δάκρυα στα μάτια. Δεν θυμάται πόση ώρα έμειναν έτσι. Όταν άνοιξε τα μάτια της, ο Ταρκόφσκι είχε χαθεί…
Ο Νορβηγός ποιητής Ούλαφ Χάουγκ πέθανε το 1994, φυσικά νωρίτερα από το βιβλίο μας. Τι σημασία έχει όμως; Όπως λέει και η κυρία Φι, που πιστεύει ότι δεν υπάρχει κανένας σοβαρός λόγος να μην πιστεύει στο θαύμα, «το νωρίς και το αργά είναι βλαβερές επινοήσεις των ανθρώπων».
Ας αφήσουμε λοιπόν τον Χάουγκ να μας δώσει με τον δικό του ποιητικό τρόπο την αίσθηση που «του» άφησε το υπέροχο βιβλίο «Με βλέπεις;»:
«Μη με πλησιάζεις με όλη την αλήθεια,
Μη μου φέρεις τον ωκεανό αν διψάσω,
ούτε τον ουρανό αν γυρέψω φως.
Φέρε μου έναν ψίθυρο, λίγη δροσιά, έναν κόκκο,
όπως τα πουλιά ραμφίζουν σταγόνες από τη λίμνη,
και ο άνεμος ένα σπυρί αλάτι».
*Επιμελητής Ανηλίκων Βέροιας
Τη σελίδα αυτήν δεν τη φτιάχνουν επαγγελματίες κριτικοί βιβλίου. Γράφεται από αναγνώστες που απευθύνονται σε αναγνώστες για να τους μιλήσουν για κάποιο βιβλίο που τους συνεπήρε. Αν θέλετε να μοιραστείτε όσα νιώσατε διαβάζοντας ένα βιβλίο, στείλτε το κείμενό σας (το πολύ 700 λέξεις) στο smatzorou @efsyn.gr
