Αιχμηρές παρεμβάσεις για τις σοβαρές ευθύνες της κυβέρνησης και της δικαστικής εξουσίας στο σκάνδαλο των υποκλοπών από τον πρώην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, Προκόπη Παυλόπουλο, και τον συνταγματολόγο και πρώην υπουργό Ευάγγελο Βενιζέλο κατά τη χθεσινή εκδήλωση παρουσίασης της μονογραφίας της Κατερίνας Παπανικολάου «Επικοινωνιακό απόρρητο και Εθνική Ασφάλεια» (εκδ. Σάκκουλα, Αθήνα 2025).

Στην εκδήλωση, στην κατάμεστη αίθουσα του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας, όπου παρευρέθηκε πλήθος πολιτικών (Αλέξης Χαρίτσης, Ολγα Γεροβασίλη, Μιλένα Αποστολάκη, Γαβριήλ Σακελλαρίδης, Μιχάλης Κατρίνης, Νίκος Φίλης κ.ά.), δικαστικών (όπως η πρώην εισαγγελέας του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου), καθηγητών πανεπιστημίου (π.χ. Αριστείδης Μπαλτάς), φοιτητών και ερευνητών δημοσιογράφων, μίλησαν επίσης για το κράτος δικαίου, τις υποκλοπές και τα όρια της επίκλησης της εθνικής ασφάλειας ο τέως πρόεδρος της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα, Κωνσταντίνος Μενουδάκος, και ο τέως πρόεδρος της ΑΔΑΕ, Χρήστος Ράμμος.

Ολοι οι ομιλητές ανεξαιρέτως εξήραν την επιστημονική διαδρομή, την εξαντλητική τεκμηρίωση και την ενδελεχή έρευνα της συγγραφέως Κατερίνας Παπανικολάου, πρώην μέλους της ΑΔΑΕ, η οποία δέχτηκε πλήθος επιθέσεων και αυτή για τη στάση της στην υπόθεση των παράνομων παρακολουθήσεων. Οι τοποθετήσεις των έγκριτων νομικών εστίασαν σε μεγάλο βαθμό όχι τόσο στο θέμα του κακόβουλου λογισμικού Predator, αλλά στη «ρίζα του κακού», όπως επισημάνθηκε από διάφορους ομιλητές, την κατάδηλη εκτροπή των κατά περίπτωση αρμόδιων κρατικών οργάνων σε ό,τι αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 του Συντάγματος, που θωρακίζει το απαραβίαστο του απορρήτου των επικοινωνιών.
«Οι ζωές των άλλων»
Ο Προκόπης Παυλόπουλος μίλησε για «το μεγάλο σκάνδαλο των υποκλοπών», «τραύμα στα στήθη της αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας και χαίνουσα πληγή στην καρδιά του κράτους δικαίου», υποστηρίζοντας ότι η προστασία του απορρήτου των επικοινωνιών αποτελεί θεμελιώδη συνταγματική εγγύηση. Αυτή η πληγή, πρόσθεσε, «οφείλεται στο ότι τα αρμόδια όργανα της Εκτελεστικής Εξουσίας, δυστυχώς με την ανοχή ορισμένων εκ των εχόντων τη σχετική δικαιοδοσία οργάνων της Δικαστικής Εξουσίας, ερμήνευσαν και ερμηνεύουν τις διατάξεις του άρθρου 19 του Συντάγματος ως εάν το προστατευόμενο έννομο αγαθό σε αυτό το ρυθμιστικό πλαίσιο εντοπίζεται πρωτίστως στην εθνική ασφάλεια. Και όχι στην προστασία του δικαιώματος θωράκισης του απορρήτου των επικοινωνιών, όπου βεβαίως η ρήτρα της εθνικής ασφάλειας λειτουργεί, κατ’ αποτέλεσμα, αποκλειστικώς ως μέσο αποτροπής ενδεχόμενης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος τούτου».
Ο ίδιος υπογράμμισε πως σήμερα «η εκτελεστική εξουσία δεν έχει κανένα θεσμικό αντίβαρο» και μίλησε για «γελοιοποίηση του κύρους των ανθρώπων που δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων». Τέλος, ανέφερε πως οι σημερινές εποχές παραπέμπουν σε ανάλογες απρόσωπες τυραννικές εξουσίες που θυμίζουν Κάφκα, αλλά και την ταινία του Φλόριαν-Χένκελ φον Ντόνερσμαρκ «Οι ζωές των άλλων».
«Η θεσμική κρίση είναι τεραστίων διαστάσεων, αγγίζει τον πυρήνα της συνταγματικής τάξης και της προστασίας θεμελιωδών δικαιωμάτων»
Ευάγγελος Βενιζέλος
Ο Ευάγγελος Βενιζέλος επικεντρώθηκε στις συνταγματικές εγγυήσεις που θεσπίστηκαν με τη συνταγματική αναθεώρηση του 2001 και στη λειτουργία της ΑΔΑΕ, υποστηρίζοντας ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται σταδιακή αποδυνάμωση των μηχανισμών ελέγχου. Ο ίδιος περιέγραψε διεξοδικά τις πολλαπλές συγκρούσεις που αναδείχθηκαν από την υπόθεση των υποκλοπών: τη σύγκρουση ανάμεσα στις εισαγγελικές αρχές και τις ανεξάρτητες αρχές, λέγοντας ότι οι εισαγγελικές αρχές αρνήθηκαν να αποδεχθούν τον ρόλο των δεύτερων, και την ενδοδικαστική σύγκρουση «σώμα με σώμα» ανάμεσα «στα δικαστήρια της ουσίας», αφενός, και στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο (ΣτΕ) και τον Αρειο Πάγο αφετέρου. Υπογράμμισε ότι «η θεσμική κρίση που έχει παραχθεί από την υπόθεση των υποκλοπών είναι τεραστίων διαστάσεων, αγγίζει τον πυρήνα της συνταγματικής τάξης και της προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων», εξηγώντας πως για αυτό τον λόγο το βιβλίο της Παπανικολάου είναι πλέον «αναπόφευκτο σημείο αναφοράς».
Από την πλευρά του, ο Χρήστος Ράμμος εξήρε το επιστημονικό έργο της συγγραφέως, μίλησε βιωματικά για την εμπειρία του στην ΑΔΑΕ κατά τη διερεύνηση του σκανδάλου και υπενθύμισε τις αδιανόητες παρεμβάσεις που επιχειρήθηκαν σε βάρος της Αρχής, που στόχευαν στον περιορισμό του ελεγκτικού της ρόλου. Μεταξύ άλλων εστίασε στο σοβαρό πρόβλημα που εξακολουθεί να υπάρχει ως προς τις «νομότυπες παρακολουθήσεις», που είναι η (μη) ενημέρωση των θιγόμενων. Υπενθύμισε πως η αρμοδιότητα ενημέρωσης έφυγε από την ΑΔΑΕ και αργότερα δόθηκε σε ένα τριμελές όργανο το οποίο δεν είναι πραγματικά ανεξάρτητο, ενώ χαρακτήρισε τη διάταξη που δίνει τη δυνατότητα ενημέρωσης του παρακολουθούμενου έπειτα από τρία χρόνια, μια διάταξη «για να μην υπάρχει ουσιαστική ενημέρωση».
Τέλος, ο Κωνσταντίνος Μενουδάκος προειδοποίησε ότι «ο κίνδυνος να επικρατήσει η κανονικότητα των παρακολουθήσεων είναι υπαρκτός». Παράλληλα, εξέφρασε την ανησυχία του για τη στάση της κοινωνίας απέναντι στο φαινόμενο: «Φοβάμαι πως η εξοικείωση είναι γενικότερη στην κοινωνία, γεγονός που μπορεί να οδηγήσει σε υποχώρηση των δημοκρατικών αντανακλαστικών απέναντι σε παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων».
