ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Αρχοντία Κάτσουρα
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μίκρυναν κάπως οι μέρες και η θάλασσα είναι ζεστή. Τα παιδιά δεν βγαίνουν πια αργά στις πλατείες και τις παιδικές χαρές -δεν προλαβαίνουν το φως. Η παραλιακή κωμόπολη έχει σχεδόν αδειάσει, αλλά αυτό την κάνει πιο όμορφη.

Ολο το καλοκαίρι δούλεψε σκληρά. Τα καταστήματα άνοιγαν νωρίς το πρωί, έκλειναν αργά το βράδυ. Οι παραλίες ήταν πάντα γεμάτες κόσμο, Ελληνες, ντόπιους και παραθεριστές, τουρίστες και κάποιους περαστικούς στον δρόμο για άλλα μέρη διακοπών, για άλλες θάλασσες.

Μα τώρα είναι γλυκός Σεπτέμβρης. Τα καταστήματα κλείνουν τα μεσημέρια και, το βράδυ, οι παρέες στα ταβερνάκια και τα καφέ είναι πιο λίγες, πιο απλωμένες. Και σένα, που επέλεξες να περάσεις εκεί λίγες ημέρες, σου θυμίζουν εκείνα τα χρόνια που ο Αύγουστος και οι διακοπές ήταν λέξεις συνώνυμες, έννοιες ταυτόσημες. Τότε που ήσουν παιδί και αυτός ο τόπος ήταν ό,τι πιο κοντινό είχες σε «χωριό», στον αιώνιο τόπο των διακοπών και της ξενοιασιάς.

Το σπίτι σου σε περίμενε. Φορτωμένο με τόσες μνήμες και τόσες γνώριμες μυρωδιές, δέντρα και λουλούδια, ένας μικρός πράσινος παράδεισος με θέα τον Ευβοϊκό, που χρίστηκε και φυτεύτηκε και άνθισε με κόπους και αγάπη χρόνων πολλών. Εκεί γεννήθηκαν όνειρα, εκεί ακούστηκαν φωνές -η δική σου, των αδερφών σου, των ξαδέρφων σου, ανθρώπων που ζουν και άλλων που χάθηκαν πια. Εκεί παίχτηκαν παιχνίδια. Και διαβάστηκαν βιβλία στις ώρες της μεσημεριανής ζέστης και μαθήματα για την εξεταστική του Σεπτεμβρίου και δακτυλογραφήθηκαν εργασίες.

Εκεί που, με μπίρες ή κρασί και ψαράκια τηγανητά ή ό,τι πρόχειρο υπήρχε ή ό,τι νόστιμο τραβούσε η όρεξή σου, πέρασες μερικά από τα πιο όμορφα βράδια της παιδικής, μετά της εφηβικής και της ενήλικης ζωής σου. Εκεί το γιασεμί μυρίζει πιο πολύ, το χώμα μετά τη μεγάλη ζέστη της ημέρας είναι πιο δροσερό και μυρωδάτο και η συκιά, σαν να δουλεύει υπερωρίες, βάζοντας όλο το μεράκι της, κάνει τα πιο νόστιμα σύκα του κόσμου.

Η σελήνη, εκεί, φαίνεται τεράστια την ώρα που ανατέλλει πίσω από τα δέντρα και, τότε, σαν να αρχίζουν να γυαλίζουν τα φρέσκα πράσινα λεμόνια και πορτοκάλια, που μεγαλώνουν λίγο λίγο για να γεμίσουν άρωμα και γεύση τον χειμώνα που θα έρθει.

Και εκεί έχεις ρεμβάσει σε ηλιοβασιλέματα, με αποχρώσεις που δεν περιγράφονται. Δεν υπάρχουν υλικά, χρώματα και πινέλα για να τα καταγράψουν. Το μόνο που έχει μείνει είναι μια ανάμνηση ευτυχίας ανάμικτης με τον φόβο μιας μελλοντικής θλίψης ή την ελπίδα στιγμών ευδαιμονίας. Κάποιες ήρθαν, άλλες δεν τις έζησες ποτέ. Μπορεί να τις έχτισες με λάθος υλικά ή να μην ήξερες πώς να τα χρησιμοποιήσεις.

Ετσι και τώρα, είτε κάθεσαι στη μαγική βεράντα των παιδικών σου χρόνων είτε στην πέτρινη σκάλα με τα κακτάκια, παρατηρώντας τις μέλισσες που κορτάρουν τα σταφύλια στην πέργκολα, είτε περπατάς στα στενά της πόλης, δυσκολεύεσαι να ξεμπερδέψεις το χθες από το σήμερα, την ελπίδα από την πραγμάτωση και τη χαρά τού σήμερα από τις απώλειες του παρελθόντος. Ολα είναι εκεί, μπερδεμένα, πότε γλυκά και νοσταλγικά και πότε πικρά και με τη σκληρότητα που έχει η ζωή που συνεχίζεται.

Πέρα στον ορίζοντα, τα θολά σχήματα των βουνών της Αττικής χάνονται μέσα στα σύννεφα της βροχής, στην άλλη πλευρά του Ευβοϊκού. Μπροστά σου ένας ευκάλυπτος και ένα μικρό σκάφος που χορεύει απαλά στο νερό. Το σούρουπο τα καλύπτει όλα με τα χρώματά του. Χάνονται οι σκιές και ο παφλασμός της θάλασσας αυξάνει ασυνείδητα τον ρεμβασμό σου.

Και μέσα στα λόγια του ποιητή, βλέπεις λίγο τον εαυτό σου: «Κι όταν ένα παιδί κοιτάει μ’ έκσταση το δειλινό, είναι που αποθηκεύει θλίψεις για το μέλλον»*.

Βγάζεις μια φωτογραφία -σχεδόν πανομοιότυπη με άλλες του παρελθόντος- για να θυμάσαι τη στιγμή. «Είναι που ήρθε το τέλος του καλοκαιριού» σκέφτεσαι.

* Τάσος Λειβαδίτης, «Δειλινό», από τα «Χειρόγραφα του Φθινοπώρου»