ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νάσια Διονυσίου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Υπό σκιάν

Δώδεκα συγγραφείς γράφουν ένα πρωτότυπο καλοκαιρινό διήγημα. Διηγηματογράφοι και μυθιστοριογράφοι θέτουν στο κέντρο της μυθοπλασίας τους μια θερινή εμπειρία στο εδώ και τώρα. Εκ των πραγμάτων η ιστορία τους καθορίζεται, σε μικρότερο ή μεγαλύτερο βαθμό, από τη ρευστή και δυσοίωνη πραγματικότητα (πανδημία, πόλεμος στην Ουκρανία, παγκόσμια αστάθεια κ.λπ.).

Δώδεκα ιστορίες που θα μας συντροφεύσουν ώς τον Σεπτέμβριο, κουρδισμένες σε διαφορετική, όπως ήταν αναμενόμενο, τονικότητα: νοσταλγική, ειρωνική, δύσθυμη, πολιτική, ενδοσκοπική, ανατρεπτική, παρηγορητική.

Το «Ανοιχτό Βιβλίο» κι αυτό το καλοκαίρι, εκτός από αναγνωστική πυξίδα, σας προσφέρει και αναγνωστική απόλαυση – μια παράδοση που άρχισε από συστάσεως της «Εφ.Συν.», από συστάσεως αυτών των σελίδων.

Μετά τον Αλέξη Πανσέληνο, τον Ιάκωβο Ανυφαντάκη, τη Μαριαλένα Σεμιτέκολου, τον Γιώργο Κυριακόπουλο, την Παναγιώτα Δημοπούλου, την Ελιάνα Χουρμουζιάδου, τον Τάκη Καμπύλη, τον Θανάση Σταμούλη και τον Γιάννη Νικολούδη, συνεχίζει η Νάσια Διονυσίου.

Μ.Φ.


Τις τελευταίες ημέρες οι λέξεις ξυπνούν γύρω στις πέντε, τεντώνονται, μισανοίγουν τα μάτια, έξω πια δεν είναι σκοτάδι, μα ούτε ξημέρωσε, οι λέξεις δεν είναι κουρασμένες, μα ούτε ξεκουράστηκαν, κάποιο όνειρό τους διακόπηκε, έτσι κι αλλιώς στα όνειρα οι λέξεις είναι άχρηστες. Στο μπαλκόνι γέρνει ένα δέντρο, κάποιες φορές τα κλαδιά του μπαίνουν μέσα στα όνειρα και μπερδεύουν τις λέξεις, μια φωνή στο δέντρο είναι αυτό που τις ξυπνά τις τελευταίες ημέρες.

Τις τελευταίες ημέρες είναι σχεδόν καλοκαίρι και το δέντρο είναι ένας καλλιστήμων, της οικογένειας των μυρτοειδών. Πάνω στα κλαδιά του συχνάζουν πουλιά – κόρακες, της τάξης στρουθιόμορφα, που κάνουν κρα κρα, δεκοχτούρες, του γένους στρεπτοπέλια, που κάνουν κου-κουου-κου, σπουργίτια, της οικογένειας πασσερίδων, που κάνουν τσίου τσίου. Τώρα, που το δέντρο είναι ανθισμένο κόκκινο, στα κλαδιά του συχνάζουν και μέλισσες που βουίζουν σββ-σββ-σββ. Ομως αυτή τη φωνή που τις ξυπνά τις τελευταίες ημέρες οι λέξεις δεν τη γνωρίζουν.

Πράγμα απαράδεκτο. Γιατί οι λέξεις οφείλουν να είναι ακριβείς και παρούσες. Να παρατηρούν, να καραδοκούν και να καταγράφουν, να διατυπώνουν, να εξελίσσονται, να προσαρμόζονται, να επαναπροσδιορίζονται, να ανανοηματοδοτούνται, να καθοδηγούν. Να αφουγκράζονται τους καιρούς. Τρομοκρατία, τζιχαντιστές, αντιτρομοκρατία, χρηματοπιστωτική κρίση, μνημόνιο, τρόικα, κούρεμα, χρέος, δείκτες, αγορές, κρυπτονόμισμα, μεταναστευτική κρίση, φρόντεξ, Αμυγδαλέζα, Μόρια, Πουρνάρα, επαναπροωθήσεις, κονδύλια, πανδημία, λοκντάουν, τεστ, εμβόλια, πρώτη δόση, δεύτερη δόση, τρίτη δόση, μικροτσίπ, μέσα κοινωνικής δικτύωσης, αναρτήσεις, σέλφι, λάικ, μπότοξ, υαλουρονικό, τίντερ, αυτοβελτίωση, κρίση ηλικίας, νέτφλιξ, σεζόν, ενεργειακή κρίση, εισβολή, αποσχισθείσα περιοχή, προσάρτηση, κυρώσεις, πυρηνική κρίση.

Ομως τώρα αυτή η φωνή ποιανού πουλιού να είναι;

Οι λέξεις σηκώνονται από τον ύπνο μουδιασμένες. Βγαίνουν στο μπαλκόνι, περπατούν στη δροσιά, εκεί που γέρνουν ακίνδυνα τα κλαδιά, μέσα στα κλαδιά δεν ξεχωρίζει τίποτε. Οι λέξεις ακούνε τώρα καλύτερα τη φωνή, την ακούν με προσοχή. Δεν είναι μια φωνή βραχνή, τρομαγμένη ή που βιάζεται. Δεν είναι φωνή που απειλεί, ούτε φωνή που σέρνεται σαν σ’ ερωτικό κάλεσμα ή που στο ζευγάρωμα φτερουγίζει. Δεν προσπαθεί να δελεάσει, να εντυπωσιάσει, δεν τιτιβίζει κάποιο θρίαμβο. Δεν είναι φωνή που παρακαλεί ή που προσμένει ή που απελπίστηκε. Δεν είναι φωνή οικεία. Είναι μια φωνή που υπάρχει μόνη της.

Οι λέξεις ρίχνουν λίγο νερό να καθαρίσει το βλέμμα τους. Κοιτάζουν ξανά προς το δέντρο, εκεί ιδίως που ενώνονται τα λιγνά κλαδιά με τον κορμό και σχηματίζονται τρυφερές γούβες για πρόχειρες φωλιές, όσο για να κρατήσουν τους νεοσσούς πριν απ’ το πρώτο πέταγμα. Τίποτε. Ομως συνεχίζουν να ακούνε τη φωνή κι η αγωνία τους μεγαλώνει γιατί την αγνοούν. Την αγνοούν και συγχρόνως την αισθάνονται. Πράγμα, επίσης, απαράδεκτο. Γιατί οι λέξεις δεν επιτρέπεται να αισθάνονται. Οι λέξεις είναι ουδέτεροι μάρτυρες, δίνουν μορφή στα γεγονότα, αποτελούν το μέσο για τη γνώση, προηγούνται της συγκίνησης και της μνήμης. Μα να που τώρα αυτή η φωνή κάτι τους θυμίζει.

Ισως τον ήχο από καρπούζι που σκάει αμέσως πριν το άνοιγμά του. Ισως από θαλασσινό νερό καθώς φουσκώνει να γίνει κύμα. Ισως από σπόρο που τρυπάει το χώμα, από τη μενεξελιά γραμμή του ορίζοντα, από το πέταγμα μιας πεταλούδας, το κύλισμα των σύννεφων, τις στρατιές των μυρμηγκιών, τις ραβδώσεις στην άμμο, το χιόνι. Από τη στιγμή που δίνεις το χέρι σε κάποιον μην πέσει ή που μοιράζεις στα δυο το ψωμί. Ή εκείνη τη στιγμή που την πρωτοκοίταξες, πριν καν αρθρώσεις το «χάρηκα», πριν το «σε βρήκα». Τη στιγμή πριν το χάδι, πριν τον οργασμό, τη ριπή του αέρα, την καταιγίδα, πριν να ξεχειλίσει το ποτήρι στη βρύση που ξέχασες. Τον ήχο της πρώτης αναπνοής μέσα στα αίματα πριν απ’ το κλάμα. Του κενού βλέμματος στον αποχωρισμό. Οταν ο άνθρωπος είναι του γένους των ανθρώπων. Πριν από την αγωνία, μετά το τέλος της. Οταν οι λέξεις είναι άχρηστες.

Οι λέξεις επιστρέφουν στο στρώμα, ξαπλώνουν ανάσκελα, ακούνε τη φωνή –ξέρουν πως δεν κρατάει πολύ– μέχρι να πρέπει να πάνε όπως πάντα ξανά στη δουλειά τους.

 Τελευταίο βιβλίο της Ν. Διονυσίου είναι η νουβέλα «Τι είναι ένας κάμπος» (Εκδόσεις Πόλις, 2021)