ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Χάρης Ιωάννου
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Με την υπερψήφιση της πρότασης του ΠΑΣΟΚ για σύσταση εξεταστικής επιτροπής στη Βουλή που θα ερευνήσει το σκάνδαλο των υποκλοπών ξεκινά η κοινοβουλευτική διερεύνηση της υπόθεσης, με τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση να καλούνται για άλλη μια φορά να δώσουν δημοσίως εξηγήσεις.

Την πρόταση υπερψήφισαν 142 βουλευτές της αντιπολίτευσης (ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ, ΚΚΕ, ΜέΡΑ25, Ελληνική Λύση), ενώ η Ν.Δ. με τους 157 βουλευτές της ψήφισε ένα αμήχανο «παρών», λέγοντας ότι δεν διαφωνεί με τη σύσταση αλλά επιθυμεί μεγαλύτερη έρευνα σε βάθος χρόνου.

Η εξεταστική θα αποτελείται από 29 βουλευτές με πλειοψηφία τη Ν.Δ. (15) και έχει αρχικό ορίζοντα ολοκλήρωσης των εργασιών της έναν μήνα, με δυνατότητα παράτασης.

Στη χθεσινή συνεδρίαση η κυβέρνηση ήταν επιδεικτικά απούσα με εμφανή στόχο την υποβάθμιση της διαδικασίας. Μόνο ο υφυπουργός Δικαιοσύνης Γιώργος Κώτσηρας βρέθηκε στα υπουργικά έδρανα, ελάχιστοι βουλευτές της Ν.Δ. πήραν τον λόγο, ενώ σύσσωμη η αντιπολίτευση σφυροκοπούσε ανελέητα την κυβέρνηση και τον πρωθυπουργό, που επιμένει να δηλώνει ότι δεν γνώριζε την παρακολούθηση του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, Νίκου Ανδρουλάκη, πλην της Ελληνικής Λύσης του Κυριάκου Βελόπουλου που, όπως φάνηκε και στη συζήτηση των πολιτικών αρχηγών, προσφέρει άτυπα χείρα βοηθείας στον Κυριάκο Μητσοτάκη.

«Κορυφή του παγόβουνου»

Ο επικεφαλής της Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ, Μιχάλης Κατρίνης, υπογράμμισε ότι ο πρωθυπουργός «από την πρώτη στιγμή είχε και συνεχίζει να έχει στο μυαλό του τη συγκάλυψη του σκανδάλου των υποκλοπών» και αναφερόμενος στη συζήτηση της περασμένης Παρασκευής πρόσθεσε ότι «ξεπέρασε κάθε όριο πολιτικού κυνισμού, θρασύτητας και περιφρόνησης των δημοκρατικών κανόνων».

Τον λόγο στη συνεδρίαση πήρε και ο πρώην πρωθυπουργός Γιώργος Παπανδρέου, μιλώντας για παραδοχή από τον κ. Μητσοτάκη «ενός εγκλήματος που απαιτεί κάθαρση». Οπως είπε, η υπόθεση αυτή αποτελεί την κορυφή του παγόβουνου, καθώς η εντολή παρακολούθησης δόθηκε από την καρδιά του συστήματος διακυβέρνησης της Ν.Δ. και αποκαλύπτει τη διαχρονική αντίληψη της Δεξιάς για την εξουσία: «Ακρατος συγκεντρωτισμός, αυθαιρεσία, αδιαφάνεια».

Ο Κώστας Σκανδαλίδης (ΠΑΣΟΚ) προανήγγειλε εκ νέου την κλήση Μητσοτάκη στην εξεταστική, ενώ νωρίτερα, ανοίγοντας τη συνεδρίαση, ο Χάρης Καστανίδης (ΠΑΣΟΚ) σημείωσε ότι «όταν τελείται θεσμική εκτροπή, ουδείς έχει το δικαίωμα, ούτε η πλειοψηφία, να μη συμπράξει με την αντιπολίτευση».

Από την πλευρά της αξιωματικής αντιπολίτευσης ο Γιώργος Κατρούγκαλος (ΣΥΡΙΖΑ) μίλησε για «συνταγματική εκτροπή» και έκπτωση του κράτους δικαίου. «Ή υπήρχε λόγος εθνικής ασφάλειας, ήταν κατάσκοπος δηλαδή ο Νίκος Ανδρουλάκης, και ήταν νόμιμη η παρακολούθηση, είτε δεν υπήρχε και ήταν εξαρχής παράνομη», είπε χαρακτηριστικά.

Για καταπάτηση του Συντάγματος μίλησε και ο πρώην πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης (ΣΥΡΙΖΑ), θέτοντας «ζήτημα δημοκρατίας» για τις μαζικές παρακολουθήσεις και υπογραμμίζοντας ότι η παρακολούθηση Ανδρουλάκη «έγινε με απόφαση του πρωθυπουργού για να διαμορφωθεί και να θωρακιστεί το καθεστώς της νέας Δεξιάς».

Η Ολγα Γεροβασίλη (ΣΥΡΙΖΑ) κατήγγειλε ότι με την ανάληψη της διακυβέρνησης από τη Ν.Δ. σταμάτησε ο διαγωνισμός που είχε δρομολογηθεί για την προμήθεια συστημάτων παρακολούθησης σε ΕΥΠ και αστυνομία, όπως και ο διαγωνισμός για τις ταυτότητες, «προκειμένου η κυβέρνηση Μητσοτάκη να συζητήσει με τους αρεστούς της επιχειρηματίες», προαναγγέλλοντας ότι αυτό θα ερευνηθεί από την εξεταστική.

«Το πουλόβερ του παρακράτους Μητσοτάκη έχει αρχίσει να ξηλώνεται», σημείωσε ο Δημήτρης Τζανακόπουλος (ΣΥΡΙΖΑ), τονίζοντας ότι η παρακολούθηση Ανδρουλάκη είναι «καραμπινάτα παράνομη».

«Αυτή τη στιγμή όλοι αισθάνονται ότι παρακολουθούνται από το καθεστώς Μητσοτάκη», συμπλήρωσε ο Χρήστος Σπίρτζης (ΣΥΡΙΖΑ).

Στην ομιλία του ο γενικός γραμματέας του ΚΚΕ, Δημήτρης Κουτσούμπας, στάθηκε εκ νέου στο «αντιδραστικό και σάπιο» θεσμικό πλαίσιο των παρακολουθήσεων, τονίζοντας ότι «δεν διορθώνεται, μόνο καταργείται», επικρίνοντας Ν.Δ., ΣΥΡΙΖΑ και ΠΑΣΟΚ ότι το ανέχτηκαν. Παράλληλα, ο κ. Κουτσούμπας ζήτησε την έρευνα των συνακροάσεων στο τηλεφωνικό κέντρο του ΚΚΕ, όπως αναφέρεται και στην πρόταση του ΠΑΣΟΚ, καταγγέλλοντας τόσο τον Κυριάκο Μητσοτάκη όσο και τον Αλέξη Τσίπρα ότι δεν είπαν το παραμικρό. Χαρακτήρισε ακόμη «φτηνιάρικο κόλπο» την προσπάθεια της Ν.Δ. να πετάξει την μπάλα στην εξέδρα, επειδή ζητά έρευνα από το 2012 χωρίς στοιχεία.

Δίκαιη οργή

Η Σοφία Σακοράφα (ΜέΡΑ25), πέρα από τις υποθέσεις Ανδρουλάκη και Κουκάκη, ζήτησε να ερευνηθούν τόσο οι παρακολουθήσεις των τηλεφώνων του ΚΚΕ, όσο και η δράση της ΕΥΠ με την παρακολούθηση των τηλεφώνων ακόμη και του πρώην πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή, καθώς και ο ρόλος της ΑΔΑΕ.

Σε «γραμμή» Μαξίμου η Ελληνική Λύση, όπως φανέρωσε με την τοποθέτησή του ο Αντώνης Μυλωνάκης, ο οποίος ζήτησε τη διερεύνηση και των καταγγελιών του ΚΚΕ και των 17 βουλευτών που παρακολουθούνταν, όπως είπε, την περίοδο 2015-16. «Καλώ τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ να πάει ο ίδιος να μάθει για ποιον λόγο παρακολουθείτο», είπε χαρακτηριστικά και πρόσθεσε ότι δεν έχει πάει «γιατί δεν ήθελε και ο ίδιος να ακούσει τον λόγο».

Από την πλευρά του ο εισηγητής της Ν.Δ., Δημήτρης Καιρίδης, απαντώντας σε όσα έχουν ακουστεί, παραδέχτηκε ότι «ο κ. Ανδρουλάκης υπήρξε θύμα μιας βάναυσης επίθεσης της προσωπικότητάς του και έχει κάθε δικαίωμα να αισθάνεται οργισμένος, ωστόσο το ζήτημα προφανώς δεν είναι προσωπικό αλλά πολιτικό και θεσμικό». Γι’ αυτό, πρόσθεσε, η εξεταστική πρέπει να διερευνήσει πλήρως τι έγινε και όχι να γίνει πεδίο μικροκομματικών αντιπαραθέσεων. Η επιτροπή αυτή «δεν είναι για να διχαστούμε ή για να αποσταθεροποιήσουμε πολιτικά τη χώρα την ώρα που καραδοκούν τόσοι εξωτερικοί κίνδυνοι και τεράστιες προκλήσεις, αλλά για να ενώσουμε δυνάμεις και να λύσουμε μια διαχρονική παθογένεια», είπε μεταξύ άλλων, επιμένοντας ότι η παρακολούθηση ήταν νόμιμη, καθώς ούτε η Δικαιοσύνη έχει κινήσει κάποια σχετική διαδικασία.

Από την πλευρά του ο Γιάννης Βρούτσης (Ν.Δ.) χαρακτήρισε «πόρισμα» και όχι πρόταση το αίτημα του ΠΑΣΟΚ, κατηγορώντας τη Χαριλάου Τρικούπη ότι «έχει προδικάσει το τι έχει συμβεί και δεν ζητά τη διερεύνηση της υπόθεσης».