Η ιταλική πολιτική πραγματικότητα αποτελείται από κάποια σταθερά φαινόμενα, τα οποία είναι διαχρονικά και μπορεί να τα διακρίνει κανείς με εντονότερο τρόπο λίγο πριν από κάθε εκλογική αναμέτρηση. Ενα από αυτά δεν είναι άλλο από τα διλήμματα, τις διαφοροποιήσεις και τις ετερογενείς τάσεις στον χώρο της Αριστεράς αλλά και της Κεντροαριστεράς. Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι πριν από τρεις δεκαετίες, στην Ιταλία επικρατούσε η πολιτική φόρμουλα «Κεντροαριστερά» με την οποία γίνονταν σαφέστερες οι διαφορές ανάμεσα στις αριστερές και στις μετριοπαθείς δυνάμεις της συμμαχίας. Και στη φετινή, θερινή προεκλογική περίοδο, οι διαφορές αυτές ξανάρχονται στην επιφάνεια.
Ο κύριος κορμός της Κεντροαριστεράς, το Δημοκρατικό Κόμμα, το οποίο στη φάση αυτή λαμβάνει το 23% της πρόθεσης ψήφου, ξέρει καλά ότι δεν μπορεί να πορευθεί μόνο του προς τις εκλογές, διότι με τον τρόπο αυτό θα μείνει στο περιθώριο των πολιτικών εξελίξεων. Αναζητά, λοιπόν, άμεσα νέους συμμάχους.
Το πρώτο βήμα έγινε με την υπογραφή συμφωνίας με το κεντρώο κόμμα Azione (Δράση) του πρώην υπουργού Οικονομικής Ανάπτυξης, Κάρλο Καλέντα. Η εκλογική συμπόρευση που υπέγραψαν ο Ενρίκο Λέτα από τους Δημοκρατικούς και ο ίδιος ο Καλέντα προβλέπει ότι το 70% των μονοεδρικών θα καλυφθεί με υποψηφίους του Δημοκρατικού Κόμματος και το υπόλοιπο 30% με εκείνους του Azione. Εγινε σαφές, επίσης, ότι πρόκειται για μια συμμαχία κατά της Δεξιάς και του κινδύνου να εκλεγεί πρωθυπουργός η ακροδεξιά Τζόρτζια Μελόνι. «Μπορεί να γίνουμε νέα Βενεζουέλα, κινδυνεύουμε να βρεθούμε στο πλευρό της Ουγγαρίας και δεν το αξίζουμε», δήλωσε ο Κάρλο Καλέντα. Το κόμμα του, στις δημοσκοπήσεις, συγκεντρώνει το 6% της πρόθεσης ψήφου.
Αμέσως μετά την παρουσίαση της στρατηγικής αυτής συμμαχίας, όμως, άρχισαν οι αντιδράσεις. Οι Πράσινοι και η Ιταλική Αριστερά (δύο μικρές δυνάμεις που κατεβαίνουν μαζί στις εκλογές) ανέβαλαν την προγραμματισμένη συνάντησή τους με τον Λέτα και τόνισαν ότι το κόμμα του έκανε υπερβολικές παραχωρήσεις στην Αzione-Δράση. Παράλληλα, παραπονιούνται για το ότι, με τον τρόπο αυτό, το κέντρο βάρους της συμμαχίας μετατοπίζεται υπερβολικά προς τον φιλελεύθερο χώρο, διότι ο Καλέντα έχει κάνει σαφές ότι πρόκειται να προωθήσει, με έμφαση και αποφασιστικότητα, όλη την «ατζέντα» της κυβέρνησης του Μάριο Ντράγκι.
Πέρα από τη συγκεκριμένη, σημαντική διάσταση απόψεων, υπάρχει και ένα ακόμη στοιχείο που προκαλεί προβληματισμό. Οι Δημοκρατικοί ανακοίνωσαν ότι αποφάσισαν να εντάξουν στο ψηφοδέλτιο Επικρατείας τους τον Λουίτζι ντι Μάιο, υπουργό Εξωτερικών και πρώην αρχηγό των Πέντε Αστέρων. Ως γνωστόν, ο Ντι Μάιο πριν από ενάμιση μήνα εγκατέλειψε τα Πέντε Αστέρια, παίρνοντας μαζί του 62 βουλευτές και γερουσιαστές. Κατηγόρησε, δε, τους «πεντάστερους» για συνεχή, εμφανή και υπόγειο πόλεμο κατά του Ντράγκι και ίδρυσε νέα πολιτική δύναμη, την Προσπάθεια των Πολιτών.
Με την παραίτηση Ντράγκι, όμως, και την προκήρυξη των πρόωρων βουλευτικών εκλογών, ο Ντι Μάιο βρέθηκε εκτεθειμένος: οι δημοσκοπήσεις τώρα του δίνουν μόλις το 1,7% της πρόθεσης ψήφου και κινδυνεύει να μείνει εκτός Βουλής, όπου ισχύει το κατώτατο όριο ψήφων του 3%. Ο Ενρίκο Λέτα αποφάσισε να του ρίξει σωσίβιο και να εγγυηθεί την επανεκλογή του, αλλά στο εσωτερικό των Δημοκρατικών η κίνηση αυτή προκάλεσε έντονη δυσαρέσκεια. Διότι πολλά μέλη και στελέχη του κόμματος δεν ξεχνούν ότι στις βουλευτικές εκλογές του 2018, ο Ντι Μάιο ήταν «ορκισμένος εχθρός» της Κεντροαριστεράς και είχε δηλώσει κατ’ επανάληψη «ποτέ με το Δημοκρατικό Κόμμα».
Μέσα σε όλα αυτά, έχουμε και την περίπτωση του πρώην πρωθυπουργού Ματέο Ρέντσι. Παραμένει στην ενεργό πολιτική με το μεταρρυθμιστικό κόμμα του Ζωντανή Ιταλία. Προς το παρόν, στα διάφορα γκάλοπ δεν ξεπερνά το 2,3%, αλλά φιλοδοξεί ότι θα μπορέσει να κερδίσει νέους ψηφοφόρους. Οι Δημοκρατικοί δεν τον θέλησαν για σύμμαχο, λόγω εντάσεων του παρελθόντος. Μόνη του επιλογή, να προσπαθήσει να παρουσιαστεί, όπως δηλώνει, ως «η μόνη αυτόνομη, κεντρώα δύναμη της χώρας». Και υπάρχει, τέλος, ένα άλλο, κύριας σημασίας ερώτημα: Τα Πέντε Αστέρια πρέπει να θεωρηθούν μέρος του κεντροαριστερού χώρου, συνεργαζόμενη δύναμη ή να αποκλειστούν από κάθε συμμαχία;
Αναμένονται, ακόμη, αρκετές απαντήσεις. Προς το παρόν, το μόνο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι η υπερβολική αυτή διάσπαση δυνάμεων αλλά και κάποιες προσωρινές συμμαχίες που μάλλον δεν διαθέτουν σταθερή βάση υπάρχει κίνδυνος να αποπροσανατολίσουν τους προοδευτικούς ψηφοφόρους. Και να ευνοήσουν τη Δεξιά και την άκρα Δεξιά, οι οποίες συνεχίζουν να στέλνουν το μήνυμα ότι «στον χώρο τους δεν υπάρχουν ουσιαστικές διαφορές, αλλά μόνον αποχρώσεις διαφορετικών απόψεων».
