Η απάντηση στο ερώτημα «τι έκανες στον πόλεμο των ταξί, Εμανουέλ Μακρόν;», που ταλανίζει από προχθές τη Γαλλία, είναι μάλλον προφανής. Διευκόλυνε, όταν ήταν υπουργός Οικονομικών, την αμερικανική πολυεθνική εταιρεία παροχής μεταφορικών υπηρεσιών Uber να εγκατασταθεί στη γαλλική επικράτεια. Και αυτό, όπως υποστηρίζει, όχι για ίδιον όφελος, αλλά επειδή η Uber έριξε τις τιμές για τον καταναλωτή προσφέροντας καλύτερες υπηρεσίες και δημιούργησε δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας για άτομα που αν δεν είχαν αυτή τη δουλειά μάλλον θα κατέφευγαν σε παραοικονομικές δραστηριότητες. Ολα αυτά έχουν μια δόση αλήθειας, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τη Γαλλία, όπου τα «κανονικά ταξί» είναι λίγα, πανάκριβα και σε ώρες αιχμής δυσεύρετα.
Μια διαδρομή που στην Ελλάδα πάνω-κάτω κοστίζει 5 ευρώ, στη Γαλλία κοστίζει 15 ευρώ και η Uber τη χρεώνει 10 ευρώ. Η άδεια του ταξί στη Γαλλία κοστίζει εξάλλου 200.000 ευρώ, με τις τιμές αγοράς αυτοκινήτου και καυσίμων να είναι πάνω-κάτω ίδιες σε Ελλάδα και Γαλλία. Με βάση τα ανωτέρω, είναι σαφές το γιατί στη Γαλλία η Uber εξαπλώθηκε αμέσως, κάτι που στην Ελλάδα είναι μάλλον δυσκολότερο να συμβεί αφού τα ταξί στη χώρα μας είναι σχετικώς πολλά και φτηνά. Στη Γαλλία εξάλλου, όπως και σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες, η Uber έχει πλέον απλωθεί και σε άλλες δραστηριότητες, όπως το λεγόμενο «delivery», η ενοικίαση ηλεκτρικών ποδηλάτων κ.ά.
Από την άλλη η εγκατάσταση της Uber στη Γαλλία και στην Ευρώπη βασίστηκε σε ένα ψέμα. Ενώ επί της ουσίας ξεκίνησε προσφέροντας υπηρεσίες ταξί, η αμερικανική πολυεθνική επί σειρά ετών το αρνιόταν λέγοντας πως το μόνο που κάνει είναι να φέρνει σε επαφή ανθρώπους που θέλουν να πάνε σε κάποιο μέρος με οδηγούς που είναι στο αυτοκίνητό τους και πηγαίνουν προς το ίδιο μέρος. Το αντίτιμο αυτής της «εξυπηρέτησης» το όριζε εξ αρχής η ίδια η Uber, η οποία στη συνέχεια πλήρωνε τον οδηγό. Μια «εξυπηρέτηση» που για να γίνει δεν απαιτεί παρά μια «εφαρμογή Uber», ένα αυτοκίνητο και δύο κινητά, ένα του οδηγού και ένα του πελάτη.
Στην Ευρώπη η Uber άρχισε να εμφανίζεται περί το 2012 και αμέσως δημιούργησε μύρια όσα προβλήματα. Προβλήματα φυσικά με τους επαγγελματίες οδηγούς ταξί που είδαν την πελατεία τους να μειώνεται λόγω του αθέμιτου ανταγωνισμού, αλλά και με το φορολογικό και το εργατικό δίκαιο, που στην Ευρώπη διέφερε και διαφέρει σημαντικά από το αντίστοιχο των ΗΠΑ.
Για την αμερικανική εταιρεία, όπως προκύπτει από τα χιλιάδες έγγραφα που δημοσιοποίησαν πολλές ευρωπαϊκές εφημερίδες, όλα αυτά ήταν λεπτομέρειες. Προχωρούσε, χωρίς να ζητήσει καμία άδεια, στην έναρξη των δραστηριοτήτων της όπου η ίδια έκρινε ότι τη συμφέρει και στη συνέχεια, όταν έφτανε η ώρα της αντιπαράθεσης με τις κρατικές υπηρεσίες, ζητούσε συγγνώμη και εμφάνιζε όλα της τα όπλα: πολιτικούς, δικηγόρους, λομπίστες, οικονομολόγους, συμβούλους, ακόμα και οργισμένους με το κράτος οδηγούς της, που άλλοτε τους ονόμαζε μισθωτούς και άλλοτε ελεύθερους επαγγελματίες. Με άλλα λόγια, η αμερικανική εταιρεία, εκμεταλλευόμενη την τεχνολογική υποδομή της και αδιαφορώντας για τις εθνικές νομοθεσίες, επέβαλε την παρουσία της σε σχεδόν όλες τις μεγάλες ευρωπαϊκές πόλεις.
Το πρόβλημα λοιπόν βρίσκεται στην ευχέρεια που είχε η Uber να ξεκινήσει κάνοντας κατά βάση λαθρεμπόριο μεταφορικών υπηρεσιών, το οποίο στη συνέχεια νομιμοποιούσε, με επιχείρημα ότι δίνει δουλειά σε δεκάδες χιλιάδες ανθρώπους και φτηνές υπηρεσίες σε δεκάδες εκατομμύρια καταναλωτές. Η επίλυση αυτού του προβλήματος είναι ασφαλώς σύνθετη και δεν αφορά μόνο τα ταξί, αλλά συνολικά την ανεξαρτησία της Ευρώπης. Αφορά το αν και κατά πόσο έχει τη δυνατότητα μια εταιρεία με έδρα το Σαν Φρανσίσκο να λειτουργεί εκμεταλλευόμενη την τεχνολογική υπεροχή της στην Ευρώπη εφαρμόζοντας την αμερικανική νομοθεσία. Η επίλυση αυτού του προβλήματος δεν μπορεί, τέλος, παρά να είναι συνολικά ευρωπαϊκή και να αφορά όχι μόνο τον τομέα του Δικαίου, αλλά και τον τομέα της τεχνολογίας.
