Η εικόνα του πρωθυπουργού να απευθύνεται στα άδεια έδρανα του Ευρωκοινοβουλίου στο Στρασβούργο είναι θέμα πολλών αναγνώσεων. Επίσης, είναι αρκούντως αποκαλυπτική για την ποιότητα του πολιτικού διαλόγου στο εσωτερικό της χώρας, όπου τον ρυθμό τον δίνουν οι κομματικές προτεραιότητες και όχι οι εθνικές. Κανονικά, η εικόνα της άδειας αίθουσας θα έπρεπε να ανησυχεί ολόκληρο το πολιτικό σύστημα. Κυρίως, τους πολίτες που εισπράττουν για πολλοστή φορά φανταστικές «αλήθειες» καθώς υφίστανται τις συνέπειες των πραγματικών πολιτικών.
Για ακόμα μία φορά η Ευρώπη εμφανίζεται μάλλον αδιάφορη σε υπαρκτά προβλήματα της δημοκρατίας, των ανισοτήτων και των αποκλεισμών, κοντόφθαλμη στις γεωπολιτικές προκλήσεις και στον ιστό της παγκόσμιας πολιτικής οικονομίας (από το θέμα των κανόνων του διεθνούς εμπορίου και της παγκόσμιας ανάπτυξης μέχρι τις αντιπαραθέσεις γύρω από το μεταναστευτικό ή την ουσία των «δίκαιων» εμπορικών πρακτικών) και, σχεδόν, εμμονική σε γενικεύσεις, πρότυπα και κανόνες που δεν απαντούν στον πόλεμο στο έδαφός της. Ετσι, για όσους επιμένουν να αποκωδικοποιούν ως «επιτυχία» τη χρόνια επιβολή των απλουστευτικών γραμμών που, εκτός από διχαστικές και μεροληπτικές που είναι, παράγουν μακροπρόθεσμες ματαιώσεις, τα πράγματα πηγαίνουν καλά. Το προεκλογικό αφήγημα είναι η «κυβερνητική επιτυχία» – ένα αφήγημα απολύτως συμβατό με τις στρεβλώσεις της παγκόσμιας αταξίας και, ειδικότερα, της ευρωπαϊκής.
Για παράδειγμα, όλοι γνωρίζουν ότι η περίπτωση της Ελλάδας ήταν η αιχμή της προβληματικής ευρωπαϊκής νομισματικής και δημοσιονομικής αρχιτεκτονικής. Η Ελλάδα για όλο το διάστημα 2010-2019 ήταν η «ειδική περίπτωση», ο προβληματικός εταίρος, ο παγκόσμιος δακτυλοδεικτούμενος, αλλά και η επιτομή της «επιτυχίας» μιας θεραπευτικής που δεν θεράπευσε απολύτως τίποτα. Τα κρισιακά ενδεχόμενα είναι πάντα εδώ, έστω με άλλη μορφή: πανδημική κρίση, κρίση των παγκόσμιων ενεργειακών πόρων και παγκόσμια διαταραχή στις τιμές ενέργειας, επισιτιστική κρίση και παγκόσμια διαταραχή στις τιμές τροφίμων, κλιματική αλλαγή, δημογραφική κρίση κ.λπ.
Η περασμένη δεκαετία κουκούλωσε ευθύνες και επικύρωσε ιδεολογικούς χειρισμούς. Χρησιμοποίησε τα κεϊνσιανά εργαλεία του κράτους-διασώστη για όσους «ήταν πολύ μεγάλοι για να αφεθούν στην κατάρρευση», μέσα σε ένα αντικεϊνσιανό παραλήρημα. Ενσωμάτωσε και επέβαλε τις αρχές της Συναίνεσης της Ουάσινγκτον στα προαπαιτούμενα της θεσμικής βοήθειας για τη «σωτηρία των αμαρτωλών»: απορρύθμιση, υπεροχή των αγορών, μείωση των δημόσιων δαπανών, μείωση του κόστους εργασίας, απασχολησιμότητα και ευελιξία, χαμηλά περιβαλλοντικά πρότυπα, άνοιγμα των αγορών στην κινητικότητα των κεφαλαίων και αποβιομηχάνιση σε όλους τους τομείς, με ελάχιστα ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα προς όφελος της χώρας στον διεθνή καταμερισμό εργασίας. Αυτές οι αδυναμίες αποτυπώνονται με τα ελλείμματα των επιμέρους λογαριασμών εδώ και χρόνια στο ισοζύγιο πληρωμών της χώρας.
Το παραπάνω στρεβλό σύστημα ήταν που υπηρέτησαν για όλες τις προηγούμενες δεκαετίες οι ελληνικές κυβερνήσεις. Και οι κυβερνήσεις αυτές ήταν κυβερνήσεις της Ν.Δ. και του ΠΑΣΟΚ, οι οποίες ανακάλυψαν στους διεθνείς θεσμούς και στην Ευρωπαϊκή Ενωση το τέλειο καμουφλάζ για τις δικές τους αδυναμίες, οι οποίες μεταφράστηκαν σε συβαριτισμό της χώρας, και για τις οποίες, όμως, οι ηγεσίες τους έφεραν την αποκλειστική ευθύνη.
Ετσι, το πρόβλημα της ευθύνης και της ηθικής τάξης εξαφανίζεται με κάθε τρόπο από τον δημόσιο διάλογο. Ο μόνος τρόπος που θα δικαιολογούσε την παρουσία των υπευθύνων για την ελληνική τραγωδία στη σημερινή (με στόχο και την αυριανή) διακυβέρνηση της χώρας με τη μορφή των σωτήρων, είναι το αφήγημα της «κυβερνητικής επιτυχίας» σε όλους τους τομείς.
Ομως, πρόκειται για επικίνδυνη ιδέα γιατί δημιουργεί ξανά εσφαλμένες εντυπώσεις και προοικονομεί λάθος αντιδράσεις σε πραγματικά προβλήματα. Αλλωστε, στο σημείο μηδέν που βρισκόμαστε, είναι εξαιρετικά δύσκολο για οποιονδήποτε βρεθεί στο τιμόνι της χώρας να υποστηρίξει αύριο ότι τα προβλήματα της χώρας δεν είναι ελληνικά αλλά είναι μόνον παγκόσμια. Ολοι θα ξέρουν ότι ο ίδιος, ως πρωθυπουργός, θα φέρει την αποκλειστική ευθύνη. Πιθανότατα, αύριο, δεν θα ευσταθεί καν ο ισχυρισμός ότι η παγκοσμιοποίηση οδήγησε στην άμβλυνση των ανισοτήτων και στη μείωση της φτώχειας. Πόσο δε μάλλον όταν τα δυσμενή σενάρια και η φτώχεια βρίσκονται προ των πυλών στα καθ’ ημάς (για όσους άκουσαν καλά τα όσα είπε ο κ. Μητσοτάκης). Επομένως, τι μας διδάσκει η μονοτονία της «κυβερνητικής επιτυχίας»; Μας λέει ότι δεν μάθαμε τίποτα από την προηγούμενη περιπέτεια, γιατί απουσιάζει από αυτό το αφήγημα παραδοχή της αποτυχίας και της ανικανότητας που μας οδήγησε στην ελληνική κρίση. Κι εδώ, πρυτανεύουν ξανά οι ρηχές υποσχέσεις του νεο-συντηρητικού λαϊκισμού.
Είναι να αναρωτιέται κανείς πόσο θα παρηγορούσε όσους δεν μπορούν να χαρούν τη θάλασσα και να κάνουν ολιγοήμερες διακοπές η υπόμνηση του Ζαππείου Ι ή του Ζαππείου ΙΙ ή, έστω, η επίκληση της νεο-γλώσσας του Οργουελ.
