ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr · Δημήτρης Νανούρης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«ΕΥΝΟΥΧΙΣΜΕΝΟΙ διανοούμενοι, μικροί ανίκανοι και τυφλοί κυβερνήτες». Η φράση περιγράφει εναργέστατα την ποιότητα του πολιτικού μας προσωπικού και την αταραξία με την οποία το αντιμετωπίζουν προβεβλημένοι εκπρόσωποι των γραμμάτων, των τεχνών και της επιστήμης. Οι οπισθόβουλες, ανερμάτιστες επιλογές των πρωταγωνιστών του δημόσιου βίου σε κάνουν «να νοσταλγείς τον τόπο σου ζώντας στον τόπο σου, τίποτα δεν είναι πιο πικρό». Στον Γιώργο Σεφέρη ανήκουν τα ως άνω αποφθέγματα, στα οποία επισυνάπτω ένα ακόμα: «Ο σύγχρονος κόσμος, ο τυραννισμένος από το φόβο και την ανησυχία, τη χρειάζεται την ποίηση. Η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα – και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε;»!

ΤΟΝ ΝΟΜΠΕΛΙΣΤΑ ποιητή μού θύμισε ο Βασίλης, καλός φίλος και αμετάπειστος αναγνώστης της «Εφ.Συν.», επισημαίνοντας την ασύγγνωστη παράλειψη να μην αναφερθούν στίχοι του στο σαββατιάτικο ποιητικό καλωσόρισμα του Ιουλίου. Προτείνει σχετικά τη «Μορφή της Μοίρας» από το Ημερολόγιο Καταστρώματος Β΄, με το μότο «Ιστορισμένα παραμύθια στην καρδιά μας/ σαν ασημένια σκούνα μπρος στο τέμπλο/ μιας άδειας εκκλησιάς, Ιούλιο στο νησί. Γ. Σ.». Δεν συνηθίζω να χαλάω παρόμοια χατίρια, οπότε απολαύστε ακέραιο το ποίημα:

Η ΜΟΡΦΗ της μοίρας πάνω απ’ τη γέννηση ενός παιδιού,/ γύροι των άστρων κι ο άνεμος μια σκοτεινή βραδιά του Φλεβάρη,/ γερόντισσες με γιατροσόφια ανεβαίνοντας τις σκάλες που τρίζουν/ και τα ξερά κλωνάρια της κληματαριάς ολόγυμνα στην αυλή.// Η μορφή πάνω απ’ την κούνια ενός παιδιού μιας μοίρας μαυρομαντιλούσας/ χαμόγελο ανεξήγητο και βλέφαρα χαμηλωμένα και στήθος άσπρο σαν το γάλα/ κι η πόρτα που άνοιξε κι ο καραβοκύρης θαλασσοδαρμένος/ πετώντας σε μια μαύρη κασέλα το βρεμένο σκουφί του.// Αυτά τα πρόσωπα κι αυτά τα περιστατικά σ’ ακολουθούσαν/ καθώς ξετύλιγες το νήμα στην ακρογιαλιά για τα δίχτυα/ κι όταν ακόμη αρμενίζοντας δευτερόπριμα κοίταζες το λάκκο των κυμάτων·/ σ’ όλες τις θάλασσες, σ’ όλους τους κόρφους/ ήταν μαζί σου, κι ήταν η δύσκολη ζωή κι ήταν η χαρά.//

ΤΩΡΑ ΔΕΝ ΞΕΡΩ να διαβάσω παρακάτω,/ γιατί σε δέσαν με τις αλυσίδες, γιατί σε τρύπησαν με τη λόγχη,/ γιατί σε χώρισαν μια νύχτα μέσα στο δάσος από τη γυναίκα/ που κοίταζε στυλώνοντας τα μάτια και δεν ήξερε καθόλου να μιλήσει,/ γιατί σου στέρησαν το φως το πέλαγο το ψωμί.// Πώς πέσαμε, σύντροφε, μέσα στο λαγούμι του φόβου;/ Δεν ήταν της δικής σου μοίρας, μήτε της δικής μου τα γραμμένα,/ ποτές μας δεν πουλήσαμε μήτε αγοράσαμε τέτοια πραμάτεια·/ ποιος είναι εκείνος που προστάζει και σκοτώνει πίσω από μας;// Αφησε μη ρωτάς· τρία κόκκινα άλογα στ’ αλώνι/ γυρίζουν πάνω σ’ ανθρώπινα κόκαλα κι έχουν τα μάτια δεμένα,/ άφησε μη ρωτάς, περίμενε· το αίμα,/ το αίμα ένα πρωί θα σηκωθεί σαν τον αϊ-Γιώργη τον καβαλάρη/ για να καρφώσει με το κοντάρι πάνω στο χώμα το δράκοντα. (1η Οχτώβρη 1941).