ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Μανώλης Σπινθουράκης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Από την εποχή που ο εκ των ιδρυτών του ΚΚΕ Αβραάμ Μπεναρόγια ισχυριζόταν ότι ο ελληνικός στρατός απεργούσε στη Μικρά Ασία, ώς την ανατίναξη της γέφυρας στον Γοργοπόταμο, που –αν και έγινε μετά το Ελ Αλαμέιν– πολλοί θεωρούν ότι εξαιτίας της ηττήθηκε ο Ρόμελ στην Αφρική, η ελληνική Αριστερά αρέσκεται στους μύθους. Κυρίως δε όταν αυτοί παραπέμπουν σε ρομαντικές ιδέες και πράξεις αυτοθυσίας οι οποίες επί δεκαετίες περίσσευαν στις τάξεις της.

Ισως λοιπόν οι εν λόγω ροπές προς τους μύθους να είναι ο λόγος για τον οποίο κάποιοι νεότεροι αριστεροί, που στη Μεταπολίτευση δεν είχαν καν γεννηθεί, πιστεύουν σήμερα ακράδαντα πως «η χούντα δεν τελείωσε το ’73» και θα τελειώσει σε κάποια πλατεία, ενώ άλλοι που είχαν από καιρό γεννηθεί χαρακτηρίζουν «ιστορικό» για τη μεταχουντική Ελλάδα το δημοψήφισμα του 2015 και όχι αυτό του 1974, που απάλλαξε τη χώρα από τους Γλίξμπουργκ!

Ομως, όπως έλεγαν κάποτε οι παλιοί κομμουνιστές, «για να αλλάξουμε αυτόν τον κόσμο πρέπει πρώτα να τον γνωρίσουμε».

Το 2015, λοιπόν, η Ελλάδα, με πρωθυπουργό τον Αλέξη Τσίπρα, υπέγραψε την τρίτη δανειακή της σύμβαση. Μια σύμβαση που, όπως παντού και πάντα συμβαίνει, προέβλεπε την παροχή χρημάτων κάτω από όρους και προϋποθέσεις. Η τρίτη, και ευτυχώς τελευταία, δανειακή σύμβαση συνοδευόταν από σχετικώς περισσότερα χρήματα και δεσμευτικότερους όρους, όπως άλλωστε συνέβη και με τη δεύτερη σύμβαση, επί πρωθυπουργίας Αντώνη Σαμαρά, σε σχέση με την πρώτη που υπογράφτηκε από τον Γιώργο Παπανδρέου.

Η Ελλάδα υπήρξε η μόνη από τις δανειολήπτριες χώρες που αναγκάστηκε να συνάψει τρία μνημόνια. Και βέβαια το ερώτημα που ευλόγως τίθεται είναι γιατί; Γιατί η Ελλάδα υπήρξε το μεγαλύτερο θύμα μιας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και σε τελευταία ανάλυση γιατί μόνο αυτή πτώχευσε; Η απάντηση δεν είναι απλή, ούτε όμως και άσχετη από την ποιότητα του ελληνικού πολιτικού συστήματος που θέλει τα κόμματα να μεταθέτουν αενάως τις ευθύνες τους το ένα στο άλλο.

Ηδη από το «βρόμικο ’89» τα καμπανάκια χτυπούσαν για την Ελλάδα, με τον Ζακ Ντελόρ να προειδοποιεί πως η χώρα κινδυνεύει, λόγω του δημόσιου χρέους της, να μείνει εκτός της νομισματικής ένωσης της Ευρώπης, που τότε ήταν ακόμη σε εμβρυακή μορφή. Οταν δε αναγκάστηκε η Γερμανία, στο όνομα της επανένωσής της, να εγκαταλείψει το αγαπημένο της μάρκο και να συναινέσει στη δημιουργία του ευρώ, η άποψη που κυριαρχούσε στο Βερολίνο ήταν πως η Ελλάδα πρέπει να μείνει εκτός.

Τελικά, η Γερμανία αποδέχτηκε στο Μάαστριχτ πως ακόμα και οι υπερχρεωμένες χώρες μπορούν να εισέλθουν στο ευρώ, εξασφαλίζοντας ωστόσο ότι η ίδια ποτέ δεν θα βάλει το χέρι στην τσέπη για λογαριασμό άλλων. Με άλλα λόγια, θεώρησε, εσφαλμένα όπως εκ των υστέρων αποδείχτηκε, ότι είναι εφικτή μια νομισματική ένωση χωρίς να έχει προηγηθεί κάποιας μορφής πολιτική ένωση.

Από την άλλη, η Αθήνα έκανε ομολογουμένως ό,τι περνούσε από το χέρι της για να δικαιώσει αυτούς που ήθελαν την Ελλάδα εκτός ευρώ. Λίγα χρόνια μετά την προσχώρησή της στη νομισματική ένωση δήλωσε αυτοβούλως, διά στόματος Αλογοσκούφη, πως έκρυβε τις κρατικές δαπάνες περισσότερο από το κοινώς αποδεκτό, ενώ το 2010 παραδέχτηκε, διά στόματος Παπακωνσταντίνου, πως τα οικονομικά στοιχεία της ήταν επί σειρά ετών χαλκευμένα. Και όλα αυτά τα έλεγε σε πολιτικούς και τεχνοκράτες, όχι πάντα τίμιους και οξυδερκείς, αλλά απολύτως πεπεισμένους πως καπιταλισμός χωρίς προτεσταντική ηθική δεν νοείται.

Τούτων δοθέντων, η αντίληψη πως αρκούσε ένα ελληνικό δημοψήφισμα για να αλλάξουν στην Ευρώπη απόψεις και νοοτροπίες αιώνων ήταν επιεικώς μια αυταπάτη. Μια αυταπάτη που ωστόσο είχε και στοιχεία «ρομαντισμού», τα οποία πολλούς συγκίνησαν στην Ευρώπη και έκαναν τον Αλέξη Τσίπρα τον πλέον αναγνωρίσιμο πολιτικό στην ιστορία του ελληνικού κράτους.

Σε πρώτη φάση συγκίνησαν τους λίγους της ευρωπαϊκής ριζοσπαστικής Αριστεράς, που σύντομα τον αναθεμάτισαν. Σε δεύτερη φάση συγκίνησαν όλους όσοι έβλεπαν τη Γερμανία της Μέρκελ και του Σόιμπλε να εθελοτυφλεί και να οδηγεί την Ευρώπη σε δρόμους που δεν ήθελαν, χωρίς ωστόσο και να μπορούν να αντισταθούν.

Το γεγονός ότι η μικρή Ελλάδα του Αλέξη Τσίπρα, έστω και ανεπιτυχώς, αντιστάθηκε, είχε τη σημασία του. Οπως άλλωστε είχαν τη σημασία τους ο Γοργοπόταμος και η Αλαμάνα, κι ας μην άλλαξαν τον ρου της Ιστορίας.