Ο τζίτζικας έσκαγε, κι ας ήταν ήδη οκτώ το βράδυ. Κατέβαινε την Ερμού μετά τη δουλειά, κρατώντας μια βαριά τσάντα με ό,τι χρειάζεται κανείς τις ζεστές ημέρες. Νερό, λίγη κολόνια, το πορτοφόλι της, ένα άδειο δοχείο φαγητού. Στο χέρι της είχε ένα βιβλίο και όπως περπατούσε, κάπως ρυθμικά, χωρίς να το καταλαβαίνει, το χτυπούσε ελαφρά στο πόδι της, σαν να έδινε χορευτικό ρυθμό. Θα έφτανε στον σταθμό του ηλεκτρικού και δεν θα το καταλάβαινε, αν δεν της έκοβε τη φόρα ένα βλέμμα που την έπιασε από την αντίθετη κατεύθυνση.
Ενας άντρας, σίγουρα ξένος, από κάποια χώρα του ευρωπαϊκού Βορρά, ψηλός πολύ, τόσο που ξεχώριζε στο πλήθος, στεκόταν στη μέση του πεζόδρομου και της φάνηκε ότι την παρατηρούσε καθώς περπατούσε. Ετσι, κάπως αμήχανη, πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, έκοψε το βήμα της, μάζεψε τον ρυθμό της και τον προσπέρασε. Σαν τότε που ήταν κοριτσάκι και αυτά τα βλέμματα την τάραζαν λίγο και την αποσυντόνιζαν.
Με πιο αργό ρυθμό, συνέχισε τον δρόμο της ώς την πλατεία, συλλογιζόμενη ότι, χωρίς να το καταλαβαίνει, περπατούσε σαν να ήταν χαρούμενη. Να ήταν; Δεν ήξερε, δεν το ένιωθε. Εξω από τον σταθμό, υπαίθριοι μανάβηδες πουλούσαν φρούτα: βερίκοκα, κεράσια, νεκταρίνια και βανίλιες. Αγόρασε βερίκοκα και κεράσια. Από ένα κιλό.
Υστερα μπήκε στο τρένο όπου ανέλπιστα βρήκε θέση να καθίσει. Σκεφτόταν τις μέρες που περνούσαν και το μόνο που επιθυμούσε ήταν λίγη ηρεμία, λίγη ξεκούραση και όλη τη θάλασσα του κόσμου.
Οι μέρες της άδειας πλησίαζαν. Αισθανόταν μια λαχτάρα να βυθιστεί ολόκληρη στο νερό. Πώς τα είχε καταφέρει έτσι; Κόντευε μεσοκαλόκαιρο και μπάνιο στη θάλασσα δεν είχε κάνει… Ακούμπησε το κεφάλι της στο παράθυρο του τρένου και πίσω από τα γυαλιά ηλίου έκλεισε λίγο τα μάτια της. Οι αναγγελίες των σταθμών για λίγο δεν την επηρέαζαν, χάνονταν μέσα στη βουή του συρμού: «Επόμενος σταθμός, Πευκάκια – Next station, Pefkakia», «Επόμενος σταθμός, Νέα Ιωνία – Next station, Nea Ionia» και ούτω καθ’ εξής. Ηξερε ακριβώς τον χρόνο της διαδρομής, την απόσταση από σταθμό σε σταθμό, το τοπίο από τη μια γειτονιά στην άλλη. Είχε δρόμο ακόμα.
Πόσα είχαν αλλάξει σε έναν χρόνο, πόσα είχαν αλλάξει τους τελευταίους μήνες; Ολα και τίποτα, όπως πάντα. Λίγο ώς πολύ τα ίδια προβλήματα, οι ίδιες έγνοιες, οι ίδιες επιθυμίες, οι ίδιες ματαιώσεις. Αλλά και αυτή η ελπίδα ότι θα έρθουν οι μέρες τις θάλασσας. Παλιά, κάποια άλλα χρόνια, τις γέμιζε με προσδοκίες μεγάλες, με υποσχέσεις να κάνει κι αυτό κι εκείνο και το άλλο. Τώρα, η μεγαλύτερη προσδοκία ήταν να αφήσει τα μάτια της να ξεκουραστούν στο γαλάζιο φως του νησιού και το σώμα της στη δροσιά του αλμυρού νερού. Να γεμίσει το μυαλό της με το χρώμα του καλοκαιριού.
Φτάνοντας στο τέρμα, μπήκε και στο σουπερμάρκετ. Δυο-τρία πράγματα για το σπίτι, δυο-τρία για τη λίστα των διακοπών. Η πολλή ζέστη είχε πέσει, φυσούσε ένα απαλό αεράκι. Περπάτησε ώς το αυτοκίνητο, αλλά με βήματα λίγο πιο βαριά. Κάτι η κούραση της ημέρας, κάτι οι τσάντες με τα ψώνια, δεν μπορούσε πιο γρήγορα. Είχε ήδη αρχίσει να σκέφτεται την αναπαυτική πολυθρόνα και το μπαλκόνι της και το καινούργιο βιβλίο, που βιαζόταν να ξεκινήσει. Οι μέρες των διακοπών πήγαν πάλι λίγο πίσω.
Μια ώρα αργότερα, με ένα μπολ βερίκοκα και κεράσια για βραδινό και τον τζίτζικα να τραγουδάει -κι ας είχε νυχτώσει- οι σκέψεις του καλοκαιριού επανήλθαν. Μαζί με την ελπίδα ότι οι μέρες στη θάλασσα, οι αμμουδιές και εκείνο το χρώμα το γαλανό, του ουρανού και του νερού, θα πάρουν μακριά κάθε δύσκολη σκέψη. Και όταν γυρίσει πίσω, να έχει πιο συχνά χαρούμενη περπατησιά, κι ας μην ξέρει για ποιο λόγο, κι ας τραβάει τα βλέμματα ανθρώπων που ούτε ξέρει, ούτε θα ξαναδεί.
