Συμπτωματικά αυτόν τον καιρό έγινα μάρτυρας σε δύο σκηνές της νυχτερινής Αθήνας, με απόσταση λίγων ωρών, σκηνές άσχετες μεταξύ τους, αλλά και τόσο σχετικές στον αγώνα του αυτονόητου.
Σκηνή πρώτη: Σάββατο βράδυ στο πιο πολυπληθές, ελπιδοφόρο και χαρούμενο από ποτέ Athens Pride, στο Σύνταγμα. Η ουρά σε ένα από τα κεντρικά περίπτερα της πλατείας, παρά τις κάθιδρες επιδόσεις πρωταθλητή από τον πωλητή, επιμηκύνεται και στριφογυρίζει. Μια παρέα επιχειρεί να διασχίσει την ουρά κάθετα. Μια μεσήλικη που στέκεται υπομονετικά περιμένοντας τη σειρά της, παραμερίζει για να περάσουν. Και τους χαμογελάει. Ο τρίτος που περνάει, νέος, πανύψηλος, φορώντας μια τεράστια κατάμαυρη κατσαρή περούκα πάνω από το κατά τα άλλα συμβατικό του ντύσιμο, στέκεται μπροστά στη γυναίκα που του έχει κάνει χώρο και της λέει «σας ευχαριστώ πάρα πολύ». «Μα για ποιο πράγμα; Να περάσεις καλά», αντιγυρίζει εκείνη. Τώρα χαμογελάει κάπως έκπληκτος κι εκείνος, που προφανώς όχι μόνο δεν έχει συνηθίσει στην αυτονόητη ευγένεια, αλλά (της επιτρέπει να σκεφτεί ότι) έχει συνηθίσει στην επιθετική αγένεια.
Σκηνή δεύτερη: Ενα 24ωρο νωρίτερα σε γωνία στο κέντρο της πόλης μια νέα κοπέλα κάθεται. Ή μάλλον είναι σχεδόν σωριασμένη. Αγωνίζεται να στηριχτεί στον τοίχο, το κεφάλι της πέφτει μπροστά κάθε τόσο, το χέρι της που ικετεύει για χρήματα πέφτει στα πόδια της. Μια συνομήλική της, καλοντυμένη, αέρινη, περνάει από μπροστά. Δίνει μερικά κέρματα. Κάνει μερικά βήματα. Επιστρέφει. Γονατίζει. Πιάνει το χέρι της άγνωστής της. «Μπορώ να κάνω κάτι άλλο για σένα;». Οχι. Τη βλέπω να φεύγει τελικά, λιγότερο αέρινη από πριν και πολύ πιο σκεπτική. Η άλλη κοπέλα μένει στη γωνία (της).
Το επιμύθιο; Καμιά φορά ένα ελάχιστο νεύμα κάνει κάποιον στιγμιαία λίγο πιο ευτυχισμένο. Και κάποιες φορές δεν μπορείς να κάνεις κάτι άλλο, εκτός από το να γίνεσαι πιο συνειδητοποιημένος πολίτης.
